Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται ως ιλαροτραγωδία.

ή Which side are you on, boy?

Με αφορμή το άρθρο του Γιώργου Κρεμμύδα  "Αυτο-οργάνωση ή αυτοδιοίκηση;",  το Εργαστήριο Πολιτικών και Κοινωνικών επιστημών της Κίνησης ΔΙΑ-ΛΟΓΟΣ- ΔΡΑΣΗ,  ξεκινά  μια -ελπίζουμε-ουσιαστική και χρήσιμη συζήτηση.  Το άρθρο αυτό του Ηλία Αλεβίζου, ως απάντηση στο ανωτέρω άρθρο, είναι  η αρχή μα και η συνέχεια της κουβέντας αυτής  που σίγουρα δεν γεννήθηκε για να μείνει μόνο στα λόγια.

 

Πριν καν ξεκινήσει κανείς την ανάγνωση του συγκεκριμένου άρθρου, ήδη ο τίτλος του, με την εισαγωγή του διαζευκτικού συνδέσμου, προκαταβάλλει, αν όχι την απάντηση, τουλάχιστον τους όρους με τους οποίους επιτρέπεται να διατυπωθεί ένα πολιτικό ερώτημα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, μοιάζει να δανείζεται τηλεοπτικές ρητορικές πρακτικές, όπου ο ερωτώμενος καλείται να απαντήσει «ευθέως», «χωρίς ελιγμούς», «χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις», «χωρίς άλλες θολούρες». Το γεγονός ότι πρόκειται κατά κόρον για δημοσιογράφους και πολιτικούς που επιδεικνύουν τόση σπουδή στο να επιστρατεύουν τόσο αυτόν τον τρόπο ερωτηματοθεσίας όσο κι εκείνες τις ηθικολογικά «ξεκάθαρες» απαντήσεις, αλλά ταυτόχρονα αφόρητα κενές πολιτικού περιεχομένου, μάλλον θα έπρεπε να μας κάνει πιο επιφυλακτικούς ως προς την χρήση τέτοιων ρητορικών εργαλείων. Είναι γνωστό εξάλλου ότι τέτοια διαζευκτικά σχήματα, στο βαθμό που αποπειρώνται να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή αφαίρεση, ουσιαστικά αποτελούν το προσφορότερο όχημα προς αυτό το οποίο υποτίθεται ότι ξορκίζουν, ήτοι την εννοιολογική θολούρα.

 

Για να περάσουμε και στο προκείμενο του θέματος όμως, ένα ερώτημα που εγείρεται αμέσως – αμέσως είναι το εξής: Γιατί κανείς θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην αυτοοργάνωση και στην αυτοδιοίκηση; Τι είναι αυτό που τις καθιστά έννοιες είτε αντιθετικές είτε, εν πάση περιπτώσει, ποιοτικά διαφορετικές; Μια πρώτη αθώα ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει  ότι η αυτοοργάνωση, αφ' ης στιγμής εννοείται ως κοινωνική αυταξία και ως μεθοδολογική πυξίδα πολιτικής πρακτικής,  εμπεριέχει κατ' ανάγκη και την αυτοδιοίκηση, ως υλοποίηση και αποκρυστάλλωση της εν λόγω αξίας στο τεχνοκρατικό και πρακτικό πλέον επίπεδο της διοίκησης. Επειδή όμως οι καιροί της αθωότητας έχουν παρέλθει και οι διαχωριστικές γραμμές επαναχαράσσονται, για όσους θέλουν να τις δουν, καλό θα ήταν να υποβάλλουμε τη διάζευξη «αυτοοργάνωση ή αυτοδιοίκηση» στη βάσανο μιας πιο υποψιασμένης κριτικής. 

 

Κι εδώ είναι που υποστηρίζω ότι το συγκεκριμένο άρθρο εκδιπλώνει την προβληματική του πάνω σε έναν «ύποπτο» άξονα, ο οποίος, όχι και τόσο ρητά, αλλά όχι και κεκαλυμμένα, ενσωματώνει μια νοηματική λαθροχειρία προς διπλή κατεύθυνση. Από τη μία, χωρίς να το διατυπώνει απερίφραστα, αλλά αφήνοντάς το να εννοηθεί, μέσα από την εκφραζόμενη δυσφορία για την αυξανόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς και στα πολιτικά πρόσωπα (τι δυστυχία, πράγματι!), τείνει να ταυτίσει επί της ουσίας την πολιτική με τη διαμεσολάβηση, ζητώντας (;) μάλιστα και τη θέσπιση ενός νέου «κοινωνικού συμβολαίου». Ίσως μέσα από τον αποκαθαρμό των «βρώμικων» (τοπικών;) αυτοδιοικήσεων, άντε και με μια δομική αναδιάρθρωση ώστε να ακούγεται η φωνή του πολίτη; Από την άλλη, είναι σαφής η ανιστορική απόπειρα ταύτισης των πρακτικών της αυτοοργάνωσης με αυτές της αυτοδιαχείρισης (λέγε με κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, κοινωνικά ιατρεία κτλ). Κατ' αυτόν τον τρόπο βέβαια, η αφαίρεση του πολιτικού φορτίου από τέτοιες πρακτικές καθίσταται αυτονόητη. Η αυτοδιαχείριση εμφανίζεται στο κοινωνικό πεδίο, χωρίς αναφορές στην εξουσία,  αυτοοργάνωση ίσον αυτοδιαχείριση, άρα η αυτοοργάνωση συνιστά κάποιου είδους πολιτικό αταβισμό. Όπερ έδει δείξαι. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τις πρακτικές και τις στοχεύσεις (άλλοτε ρητές, άλλοτε υπόγειες, αναλόγως της προέλευσης) των εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης και για το κατά πόσον μπορούν όντως να εννοηθούν ως ριζοσπαστικές ή αν στην τελική πρόκειται για μια καθυστερημένη απόπειρα εισαγωγής και στα καθ' ημάς, εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού, του λεγόμενου τρίτου τομέα (ό,τι δεν είναι αρκετά προσοδοφόρο για τις επιχειρήσεις, αλλά είναι αρκούντως «δαπανηρό» για το δημόσιο, ε, ας το αναλάβουν οι ίδιοι οι πολίτες στην τελική, βρε αδερφέ). Αυτά τα πολλά όμως ας τα αφήσουμε για κάποια άλλη ώρα. Ας κρατήσουμε κάτι βασικό. Η αυτοοργάνωση σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την αυτοδιαχείριση, ό,τι άποψη κι αν έχει κανείς για αυτήν την τελευταία. Απαιτείται πράγματι μεγάλο πολιτικό θράσος για να ισχυριστεί κανείς ότι η ιταλική αυτονομία της δεκαετίας του 70 ή η καστοριαδική αυτονομία ή ακόμα και αυτή της περιεκτικής δημοκρατίας προέκυψαν ως αποκυήματα μιας νηπιακής πολιτικής σκέψης και πράξης. 

 

Σημασία όμως έχει να δούμε επίσης κατά πόσον η αυτοοργάνωση αποφεύγει την πολιτική τοποθέτηση και κατά πόσον η αυτοδιοίκηση (ως διαμεσολάβηση, όποιας μορφής) συνιστά την πεμπτουσία του πολιτικού. Για αυτόν τον σκοπό, μάλλον θα πρέπει να εγκαταλείψουμε παρωχημένα σχήματα, όπως μας τα έχει κληροδοτήσει η βρεφική περίοδος των πολιτικών θεωριών του 17ου και 18ου αιώνα (ενδεικτικά μόνο, βλ. Λοκ, Χομπς, Ρουσσώ), αυτά δηλαδή που περιστρέφονταν γύρω από την έννοια του «κοινωνικού συμβολαίου» (ομολογουμένως, μια αντανάκλαση της αισιοδοξίας της νεωτερικότητας και του πρώιμου διαφωτισμού), και να ξεκινήσουμε τη συζήτηση από ό,τι θεωρείται ως εκ των ων ουκ άνευ της πολιτικής. Υπάρχουν τρία τουλάχιστον εννοιολογικά κομβικά σημεία πάνω στα οποία οφείλει ο οποιοσδήποτε να λάβει θέση, αν φιλοδοξεί να αρθρώσει έναν αξιοπρεπή πολιτικό λόγο. Αυτά είναι τα εξής:

 

•        Πώς καταλαβαίνει την ισχύ και την εξουσία, ως αντικείμενο προς κατοχή, ως σχέση και ως αντανακλαστικό, μαζί με τους τρόπους που αυτές εσωτερικεύονται, διατυπώνονται σε θεσμούς ή διαχέονται βουβά μέσα στο κοινωνικό πεδίο και συνεπώς ...

•        αν κατανοεί την πολιτική πράξη ως, εν εσχάτη αναλύσει, πολεμική πράξη και συνεπώς ...
•     τι δυνατότητες διαχωρισμού ανάμεσα σε πολιτικούς φίλους και πολιτικούς εχθρούς τού προσφέρουν οι απαντήσεις στα προηγούμενα δύο ζητήματα.

Δίχως στοιχειώδη πραγμάτευση αυτών των σημείων, η πολιτική εκφυλίζεται σε απλή και εν πολλοίς ανέξοδη και αβασάνιστη ηθικολογία, και αντίστροφα όμως, η απόπειρα να αναχθεί η πολιτική πλήρως σε αυτά, δηλαδή σε απλές σχέσεις εξουσίας και ανεξάλειπτου ανταγωνισμού, την καθιστά ωμή και εργαλειοτεχνική τακτική διαχείρισης μαζών. Δεν θα υπεισέλθω στο τελευταίο, μιας και για να επιλύσει κανείς ολοκληρώματα, πρέπει πρώτα να κατέχει την προπαίδεια. Θα παραμείνω στο πρώτο, για να αποφύγουμε τουλάχιστον τη διολίσθηση στην ηθικολογία περί «κακών» Γερμανών, «διεφθαρμένων» τοπικών αρχόντων και πάει λέγοντας. 

Για να δούμε λοιπόν, ποια είναι η θέση της αυτοοργάνωσης πάνω σε αυτά τα κεντρικά ζητήματα. Όσοι παρακολουθούν, έστω και εκ του μακρόθεν, τις θεωρητικές και πρακτικές τοποθετήσεις των αυτοοργανωμένων σχημάτων κι εγχειρημάτων, θα έχουν παρατηρήσει ότι η κάθετη απόρριψή εκ μέρους τους των κάθε είδους ιεραρχικών δομών συνοδεύεται ταυτόχρονα και από μια εξαιρετική ευαισθησία στον εντοπισμό εκείνων των στιγμών που η εξουσία δείχνει τα δόντια της, ακόμα κι όταν αυτή φορά μειλίχιο προσωπείο. Φυσικά, δεν πρόκειται για ένα τυχαίο γεγονός, αλλά προκύπτει οργανικά από τον τρόπο που τοποθετούνται στο ζήτημα της ισχύος. Στο βαθμό που οι κοινωνίες δεν συγκροτούνται από άμεμπτα, οιονεί αγγελικά υποκείμενα, η επιμονή στην απόρριψη των πάσης φύσεως διαμεσολαβήσεων (ειδικότερα δε των παγιωμένων) δεν συνιστά ένα παιδικό καπρίτσιο. Αντιθέτως, αποτελεί αναγνώριση των εξουσιαστικών ροπών που δυνητικά φέρει εντός του κάθε πλάσμα που δεν έχει πείσει τον εαυτό του ότι χτίστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση επουράνιων υπάρξεων. 

 

Και για να αφήσουμε τους «ψυχολογισμούς» στην άκρη και να περάσουμε στο αμιγώς πολιτικό πεδίο, μια από τις παρακαταθήκες που μας έχει αφήσει η μαρξιστική σκέψη είναι και η εξής διαπίστωση (που ο ίδιος ο Μαρξ την είχε κάνει ήδη από τα 25 του χρόνια). Κάθε καθεστώς που λειτουργεί στα πλαίσια μιας διαιρεμένης κοινωνίας (κι επομένως επιστρατεύει παντοειδείς διαμεσολαβήσεις) επιχειρεί να νομιμοποιηθεί, τόσο στα ίδια του τα μάτια  όσο και σε αυτά των υποτελών του, προσπαθώντας να περι-γράψει και να περιχαράξει με αυστηρό τρόπο τα επιτρεπτά όρια των όποιων διεκδικήσεων, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι αυτές, τουλάχιστον ιδεολογικά, δεν θα απειλήσουν τους όρους ύπαρξής του. Τυπικός, αλλά όχι μοναδικός τρόπος για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι και η εισαγωγή ενός χάσματος ανάμεσα στο τι θεωρείται πολιτικό και τι απλά νομικό ζήτημα. Ό,τι εμπίπτει στη σφαίρα του νομικού φυσικά εξοβελίζεται αυτόχρημα από αυτήν του πολιτικού. Η νομική βάση κάθε καθεστώτος (π.χ. το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στις σύγχρονες αστικές «δημοκρατίες») που επιθυμεί να αυτοσυντηρηθεί και να αναπαραχθεί ουσιαστικά απο-πολιτικοποιεί τους όρους της ύπαρξής του για τον απλούστατο λόγο ότι, σε περίπτωση που «άνοιγε» πέραν ενός ορίου το πλαίσιο των επιτρεπτών πολιτικών διεκδικήσεων, θα άνοιγε ταυτόχρονα και τον δρόμο της αυτο-ακύρωσής του. 

 

Με βάση την παραπάνω συλλογιστική, και αν γίνει αποδεκτό ότι εξακολουθούμε να ζούμε σε διαιρεμένες κοινωνίες , τότε όσοι επιμένουν να αρύονται επιχειρήματα από θεωρίες περί «κοινωνικού συμβολαίου»  έχουν δύο επιλογές: Είτε να αποδεχτούν ότι το εν λόγω συμβόλαιο δεν συνιστά κατά κανένα τρόπο συμβόλαιο, αλλά μονομερή επιβολή της θέλησης του εκάστοτε κυρίαρχου με προκάλυμμα την έννοια του συμβολαίου είτε να μας υποδείξουν το χρονικό σημείο μέσα στην ιστορία όπου έγινε παράβαση του συμβολαίου. Μόνο που στην τελευταία περίπτωση, μάλλον το ζήτημα εμπίπτει στην αρμοδιότητα των αρχαιολόγων, δεδομένου ότι συνιστά εξαιρετικά δύσκολο έργο να βρεθεί έστω και μια κοινωνία μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που να μην υπήρξε διαιρεμένη. Μάλλον κανείς θα έπρεπε να ξεκινήσει από τις πρωτόγονες κοινωνίες. Αλλά τότε ποιος είναι πραγματικά ο πολιτικά «πρωτόγονος»; Ίσως τώρα να γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο, πίσω από τις όποιες διαμεσολαβητικές λύσεις, είτε αυτές βαφτίζονται αυτοδιοίκηση είτε αντιπροσώπευση, δεν κρύβεται η πεμπτουσία του πολιτικού, αλλά αντίθετα η συγκάλυψη των σχέσεων επιβολής, κυριαρχίας και κατίσχυσης, με άλλα λόγια η απώθηση του πολιτικού για άλλη μια φορά πίσω στο συλλογικό ασυνείδητο. Και μάλιστα σε μια εποχή που ο ολοκληρωτισμός, σαρξ εκ της σαρκός της πολυπαθούς «δημοκρατίας μας», αποκαθαίρεται από τις όποιες ψευδαισθήσεις διαμεσολαβητικών επιλογών προσέφερε μέχρι τώρα.  

 

Αν κανείς κατανοεί λοιπόν την πολιτική κατ' αυτόν τον τρόπο, φτάνει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η πολιτική αποτελεί συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα (για να χρησιμοποιήσουμε τη γνωστή ρήση του Κλαούζεβιτς, όπως την αντέστρεψε ο Φουκώ) και ότι η κάθε πολιτική πράξη φέρει μέσα της ένα εν δυνάμει πολεμικό φορτίο. Με άλλα λόγια, έρχεται κάποτε η στιγμή που ο διάλογος ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη, που ως συνήθως ανατίθεται στους εκάστοτε διαμεσολαβητές , όχι μόνο δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο για την προώθηση των πολιτικών συμφερόντων όσων αναγκάζονται να υφίστανται ένα καθεστώς, αλλά αντιθέτως αποτελεί το καλύτερο μέσο συγκάλυψης αυτού που επείγει να αποκαλυφθεί, δηλαδή των όλο και πιο ωμών σχέσεων κυριαρχίας. Από αυτή την άποψη, η αυτοοργάνωση, στο βαθμό που παραμένει περιθωριοποιημένη, μπορεί να μην προσφέρει λύσεις (και σίγουρα όχι λύσεις που να τους χωράνε όλους), αλλά τουλάχιστον αποτελεί προϋπόθεση για να διατηρεί κανείς καθαρό μυαλό και να μην νομίζει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τις κάννες  των όπλων (πραγματικών ή συμβολικών) στουμπώνονας τες με γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα. Αν κάτι έχει καταστρέψει συνειδήσεις και συνειδήσεις μέσα στις τελευταίες δεκαετίες κι εξακολουθεί να το κάνει, αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από το θόλωμα των διαχωριστικών γραμμών που επιτρέπει σε ένα πολιτικό υποκείμενο να ξεχωρίσει τον φίλο από τον εχθρό. Θόλωμα που οι διαμεσολαβητικές λύσεις έχουν προσφέρει απλόχερα και αφειδώς, ακόμα κι εντός επαναστατικών κατά τ' άλλα κινημάτων.
 

Είναι γνωστή η εγελιανής έμπνευσης ρήση του Μαρξ ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, την πρώτη φορά σαν τραγωδία, τη δεύτερη σαν φάρσα. Από το «κοινωνικό συμβόλαιο» του 17ου αιώνα κι εντεύθεν, η τραγωδία της πολιτικής διαμεσολάβησης έχει παιχτεί στο πετσί μας ουκ ολίγες φορές. Όσοι επιμένουν να φλερτάρουν με τέτοιες λύσεις και να μην τις αντιλαμβάνονται ως μια κακοστημένη φάρσα, μάλλον είναι καταδικασμένοι να τις ξαναζήσουν, αυτή τη φορά ως ιλαροτραγωδία. Κάποιοι, αυτοί που θα αποφασίσουν να αναλάβουν το ρόλο των διαμεσολαβητών, μπορεί να επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το κομμάτι της ιλαρότητας. Όσοι επιμένουν στην αυτοοργάνωση και στην αυτονομία, μπορεί να γνωρίζουν ότι προορίζονται για την τραγική σκηνή της ιστορίας, ίσως άκοντες, αλλά πάντως όχι εκόντες.

...
There are no neutrals here...
...