Sine Μέλλον

Χωρίς. Χωρίς. Χωρίς. Πήξαμε στα χωρίς.
Sine Μέλλον

Η επόμενη μέρα της συγκλονιστικής αποκάλυψης -που κάθε άλλο παρά αποκάλυψη ήταν, πολλώ δε μάλλον συγκλονιστική- πως πολλά κυβερνητικά στελέχη είναι φιλαράκια με τους νεοναζί κύκλους της χώρας, ασπαζόμενοι τις ίδιες φασιστικές ιδέες και σχεδιάζοντας την ίδρυση ενός νεοφιλελεύθερου ανελεύθερου κράτους φυλακών υψίστης ασφαλείας και εξόριστων ονειρευόμενων ανθρώπων μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, θεού θέλοντος και Ευρώπης επιτρεπούσης, βρίσκει τους πάλαι ποτέ πολίτες της χώρας πολύ λίγο οργισμένους, ελάχιστα προβληματισμένους, καθόλου εξεγερμένους. Τίποτα πια δεν σηκώνει από τη βαρυθυμία του έναν λαό που σιγά σιγά μαθαίνει να ζει χωρίς όραμα, χωρίς πνευματική τροφή, χωρίς ηθικό ύψος, χωρίς επαναστατικό ήθος, χωρίς παιδιά κάτω στον κάμπο που καβαλάνε τα άλογα και ορμάνε στη μάχη, η μόνη μάχη που νομίζουμε ότι έχουμε να δώσουμε είναι η μάχη της επιβίωσης βλέπεις, αλλά τι σημαίνει επιβίωση χωρίς όνειρα για ένα μέλλον πολύχρωμο, χωρίς αγώνα για την ευτυχία του διπλανού σου; Πώς επιτρέπουμε να πάει ο περίπατο ο Επαναστατημένος Άνθρωπος τόσο αναίμακτα;
Χωρίς. Χωρίς. Χωρίς.Πήξαμε στα χωρίς.
Η ζωή στις πόλεις και στα χωριά συνεχίζεται λοιπόν στους ίδιους αδιάφορους ρυθμούς καταπλακώνοντας ακόμα και τους τελευταίους θύλακες ελευθερίας. Μας νίκησαν; Τα ‘φερε έτσι η ζωή; Τι θα πούμε στα παιδιά μας την ώρα που θα έρθουν να μας σκοτώσουν με τα ίδια τους τα χέρια, σύμφωνα με τον αστικό μύθο αστοί θα σας φάνε τα παιδιά σας; Σταμάτησαν πια οι καρδιές να χτυπάνε δυνατά; Πότε θα σταματήσουμε να γράφουμε κείμενα γεμάτα ερωτηματικά; Πότε θα έρθουν επιτέλους τα θαυμαστικά και ένας θαυμαστός καινούριος κόσμος να μας πνίξει για να ανθίσει το Καινούριο, το Ωραίο, το Ερωτικό; Γιατί υπάρχει ακόμα τηλεόραση; Γιατί οι τηλεοράσεις, τα εκλογικά βιβλιάρια και οι τραπεζικοί λογαριασμοί δεν έχουν ανατιναχθεί στον αέρα, αφήνοντας τα κομμάτια τους να πέσουν στη γη σαν κατακόκκινη ανοιξιάτικη γύρη;
Υπάρχει κανένας άλλος που να ονειρεύεται ανατινάξεις ή απέμεινα μόνη; Ή μήπως ο βόμβος της λεωφόρου Κηφισίας μου τρέλανε το νου; Κι όμως, ανάμεσα στα εκατοντάδες αυτοκίνητα, τα φορτηγά, τα μηχανάκια των δελτάδων που περνάνε από κάτω μου ακούω -φευ- κελάηδισμα πουλιών. Πόσο αισιόδοξα είναι αυτά τα πουλιά και γιατί παραμένουν εδώ, ενώ με τα φτερά τους μπορούν να πετάξουν και να εγκαταλείψουν για πάντα την ασχήμια;
Μήπως τα πουλιά που έχουν το θράσος να κελαηδάνε ακόμα στην Κηφισίας είναι η εκδίκησή μας για τους Βωβούς αυτού του κόσμου που γέμισαν τα μάτια μας με γκρίζα γυάλινα κτίρια που μας κρύβουν τον ουρανό;
Και τελικά ποιος φταίει; Ο λαός ή οι κυβερνώντες; Οι Τρικούπηδες τούτης της τόσο ευτελισμένης εποχής περπατάνε σήμερα στους δρόμους της πόλης και αναρωτιούνται μεγαλοφώνως αν το αυγό έκανε το φίδι ή το φίδι το αυγό, λησμονώντας όμως πως τα φίδια τα εκθρέφουμε συνήθως μέσα στην αγκαλιά μας. Ποια δύναμη οδήγησε έναν λαό να αναθρέψει εκ νέου το νεοφασισμό; Νέοι άνθρωποι, που μεγάλωσαν χωρίς πείνα και πολιτικές διώξεις, η τυχερή γενιά που ήρθε μετά τη μεταπολίτευση και μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο, στράφηκε στους υμνητές του θανάτου. Τόσο πολύ μας κόστισαν οι άδειες τσέπες; Από πότε μετράει το ανάστημα ενός ανθρώπου με βάση το πορτοφόλι του; Πώς είναι δυνατόν να μην γεννιέσαι Άνθρωπος, υμνητής της ζωής και της ομορφιάς;
Πόσες φορές θα πούμε και θα ξαναπούμε τα ίδια;
*
Η σκέψη μου περνάει στην άλλη πλευρά του ποταμού Κβάι. Εσείς γιατί δεν κυβερνάτε; Γιατί πολιτευτήκατε αν στην πραγματικότητα το μόνο που επιθυμείτε είναι να παίζετε τυφλόμυγα σαν παιδιά του νηπιαγωγείου; Γιατί είστε τόσο αδιανόητα απαθείς; Λογίζεστε ως κόμμα αριστερό και δεν είστε έτοιμοι να κάνετε τα πάντα προκειμένου να προστατέψετε το λαό από τους ανθρώπους εκείνους που ονειρεύονται να ξανανοίξουν τα ξερονήσια; Καταλαβαίνω πως ο αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας είναι σοβαρός και απαιτεί όλες τις δυνάμεις σας, αλλά τι εξουσία θέλετε να πάρετε στα χέρια σας; Λερωμένη από τον συνδικαλισμό του Πασόκ, βιασμένη από τους καιροσκόπους που προσέτρεξαν στο κόμμα σας μυρίζοντας χαρτοφυλάκια, ανταριασμένη σαν τους Πετανούς όταν φυσάει κόντρα, που γεμίζουν σκουπίδια και αφρισμένα απορρίμματα καραβιών; Μα στη φουρτούνα δε φαίνεται ο καπετάνιος; Και εντάξει πες η γράφουσα, δεν έχει καμία πίστη στην αστική κοινοβουλευτική διαδικασία, αλλά της στοιχειώνουν το μυαλό τα λόγια του πατέρα της: εγώ είμαι πλέον άστεγος πολιτικά, ήρθε το Πασόκ και μου πήρε το κόμμα μου, πώς εγώ θα συμπλεύσω πια με όλους αυτούς που λερώνουν την Αριστερά, την ανθρωπιά και τις ιδέες; Εντάξει, μαζέψατε λαό. Αλλά ποιον λαό; Διώξατε τους αληθινούς υποστηρικτές της αριστερής ιδεολογίας. Δεν επιθυμούμε κύριοι την επανάληψη της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Εμείς θέλουμε να ξαναγράψουμε την Ιστορία από την αρχή, με άλικα, αληθινά γράμματα. Με το αλφάβητο του αγωνιζόμενου λαού. Που ξεκινάει από την ελευθερία του καθενός, περνάει από την ισότητα όλων και τερματίζει στην ευτυχία του διπλανού μας.
Μα εσείς τελικά αυτή την εξουσία ονειρευτήκατε;
Γιατί κάθεστε και τους κοιτάτε να αλώνουν ό,τι απέμεινε από τη ζωή μας διαπληκτιζόμενοι σε τηλεοπτικά παράθυρα;
*
Ερωτηματικά, εξαφανιστείτε.
Μυαλά, μιλήστε.
Θαυμαστικό.
Και τελεία.