Ἔστω, η Ιστορία...

Νίκος Μπελογιάννης. Σκίτσο του Πάμπλο Πικάσο.

Συχνά-πυκνά τα δεδομένα οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: κινητήριος δύναμη της Ιστορίας είναι οι εμμονές. Ωστόσο, αν οι εμμονές ήταν η μόνη δύναμη τότε η Ιστορία θα ήταν ακίνητη, νωχελική, αδιέξοδη και βαρετή. Γιατί αυτό που δίνει σάρκα και οστά στις εμμονές, αυτό που τους δίνει πνοή και όραμα και κυρίως αυτό που τους δίνει την δυνατότητα να ανατρέψουν, να αλλάξουν και να αναδομήσουν την γύρω πραγματικότητα είναι η ενέργεια των ανθρώπων. Και αυτή η ανθρώπινη ενέργεια άλλοτε ως ιδρώτας και άλλοτε ως αίμα έρχεται για να πραγματώσει ή να προσεγγίσει την ουτοπία των εμμονών και να αλλάξει την ροή της Ιστορίας και τον κόσμο γύρω μας.
 
Υπό μία έννοια, άνθρωποι εμμονικοί και αταλάντευτα ουτοπικοί ήταν όλοι όσοι, σε κάθε στίβο και σε κάθε πεδίο άλλαξαν με τον τρόπο τους τον κόσμο γύρω, δημιούργησαν πράγματα που δεν υπήρχαν πριν, έβαλαν στις καρδιές, στο μυαλό και στις γροθιές των ανθρώπων ενέργεια για να αλλάξουν τα μέσα και τα έξω τους, άλλοτε με ιδρώτα και άλλοτε με αίμα. Δεν αρκεί ο χώρος, δεν αρκεί ο χρόνος δεν επαρκούν τα λόγια για να παρατεθούν τα άπειρα παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων και για να αναλυθεί σε βάθος η εμμονικότητα της ουτοπίας που κάθε ένας και κάθε μία εξ' αυτών κόμιζαν στις ανθρώπινες κοινωνίες. Υπάρχει όμως χώρος και υπάρχουν λόγια για να εκφράσει κανείς τον θαυμασμό του και να υποκλιθεί στο απόλυτο μεγαλείο της εμμονής τους. Γιατί υπήρξαν άνθρωποι στην Ιστορία που οι εμμονές τους, τους επέβαλαν να παίζουν βιολί, να κάνουν μπαλέτο ή να ποιούν ήθος ακόμα και αν αυτό θα τους οδηγούσε στην απόλυτη φτώχεια και στην πείνα, υπήρξαν άνθρωποι που με εμμονή «είχαν ένα όνειρο» που οδηγούσε εκατομμύρια ανθρώπους σε αξιοπρεπή ελευθερία αλλά τους ίδιους στην φυσική τους εξόντωση, υπήρξαν άνθρωποι που με ένα κόκκινο γαρύφαλλο κάποιο κυριακάτικο χάραμα οι εμμονές τους τους έφεραν μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα.
 
Όσο μελετά κανείς το παρελθόν τόσο λιγότερο αμφιβάλει για αυτή την αποκαλυπτική αλήθεια: οι εμμονές είναι κινητήριος δύναμη για την Ιστορία. Όσο κοιτάζει κανείς γύρω του το ίδιο συμπέρασμα βγάζει για την ίδια την Ζωή: εμμονές κατευθύνουν και χαράσσουν τις ζωές των ανθρώπων, εμμονές χτίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, εμμονές στολίζουν κάνοντας ενδιαφέρουσα την διαδρομή της ζωής μέχρι το τέλος της.
 
Αποτέλεσμα μιας εμμονής ή μάλλον σωρείας εμμονών είναι και αυτό το μέσο έκφρασης με την ονομασία «ἔστω». Ήταν περίπου 17 χρόνια πριν όταν μια παρέα μεταπτυχιακών φοιτητών της Πάτρας συζητούσε την έκδοση ενός περιοδικού ελεύθερης έκφρασης εντός του Πανεπιστημίου. Το μόνο αίτημα που έθεσε η τότε πρυτανική αρχή για να συνδράμει τυπογραφικά στην έκδοση του ήταν να μην καταφέρεται το περιοδικό εναντίον της. Το αίτημα αυτό, μαζί με τις ιμερικές διαθέσεις πολλών εκ των φερέλπιδων νέων, έθεσε πρόωρο τέλος στο εγχείρημα και προσωρινή αναστολή στην εμμονή αφού δεν διατέθηκε ούτε μία σταγόνα από τον ιδρώτα που απαιτήθηκε η δε αιμοδοσία της περιόδου εκείνης δεν χαλαλιζόταν σε αυταρχικούς πρυτάνεις.
 
Αξίζει όμως η μνεία σε αυτή την παρέα γιατί με το μαθηματικό της υπόβαθρο και τις ανησυχίες της έδωσε το ερέθισμα και εν μέρει ενέπνευσε το όνομα. Ως ανάδοχο ενός περιοδικού που δεν έφτασε ποτέ σε τυπογραφείο με γοήτευσε η διπλή σημασία του ονόματος. Στη μαθηματική χρήση του (έστω μία ευθεία, ας υποθέσουμε...) το έστω βρίσκεται στην αρχή ενός συλλογισμού που ακροβατεί στο σχοινί που τον οδηγεί στην επιβεβαίωση και την αλήθεια. Υπάρχει όμως και η ποιητική, δημιουργική, επαναστατική χρήση του που οφείλεται στην ετυμολογία της λέξης (γ΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα του αρχαίου ρήματος εἰμί) και εκεί δεν χωράει αμφιβολία η προστακτική επιβάλλει να είναι έτσι τα πράγματα γιατί έτσι τα επιβάλλει η εμμονή, αυτή η εμμονή που μόνο η ποίηση, η δημιουργία και η επανάσταση μπορούν να ανεχθούν.
 
Έχω στο παρελθόν πει με πικρόχολο ύφος, ότι σε αυτή τη ζωή έχουμε τους φίλους που μας αξίζουν. Και τιμωρήθηκα γιατί έχω την χαρά και την ευτυχία να έχω πράγματι πλέον κοντά μου τους φίλους και τους συνενόχους που μου αξίζουν. Και τους φίλους που μου αξίζουν τιμώ, σέβομαι και ακολουθώ γιατί κουβάλαγαν και αυτοί για χρόνια σιωπηλά και υπερήφανα τις εμμονές τους μέχρι που συναντήθηκαν με τις δικές μου και των άλλων φίλων και όλοι μαζί αναστήσαμε μια ιδέα - μια εμμονή βουβή αλλά επίμονη. Και έτσι εγένετο το «ἔστω».
 
Θα είμαστε εδώ με εκείνους που δεν ήρθαν ακονίζοντας της εμμονές μας για το νέο τους δρόμο.