Το Ζ που έγινε Ζήτω.

Γρηγορης Λαμπρακης

Με αφορμή τα 50 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, οι σκέψεις όσο αβίαστα κι αν προκύπτουν μέσα από τα τόσα αφιερώματα και δημοσιεύματα των ημερών, παραμένουν προσωπικές και διακριτές για τον κάθε Πολίτη.

 

Σε συνθήκες τότε πολιτικής ομηρίας και κοινωνικής σκλαβιάς, η πρόταση του Κεφαλονίτη Εισαγγελέα Παύλου Δελαπόρτα*, θεμελιωμένη στις θαρραλέες ανακριτικές πράξεις του Χρήστου Σαρτζετάκη, στη δίκη των δολοφόνων του Λαμπράκη, πήρε το ανάστημα και τη θέση της στην ιστορική καταγραφή, δυστυχώς όμως όχι και στην καθημερινή μνήμη του λαού και των δημόσιων λειτουργών. Η ρήση του:

 

 

..Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δοσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται (προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς) ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ’ αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;..”

 

Αντί αφιερώματος, ένα μικρό σχόλιο-τιμή σε εκείνους που διακριτικά και βουβά εκπλήρωσαν το κοινωνικό τους χρέος, ενάντια σε κάθε λογής καθεστωτικές συμβιβαστικές νοοτροπίες (ιδιωτικές και δημόσιες) της εποχής, δίνοντας ένα τολμηρό παράδειγμα κοινωνικής ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ που εύκολα, στο διάβα του χρόνου, ξεχάστηκε.

 

Πολίτης. Σε μια χώρα απύθμενης αμετροέπειας. Στην φωλιά του πιο αυταρχικού ιδιωτεύοντος δεσποτισμού που σταθμεύει τις ανίερες ορέξεις του σε πλάτες άμοιρων πολιτών. Εγκλωβισμένος σε μια εξουσιαστική διαχείριση ημετέρων. Σε κράτος αδίκου. Ανώνυμος μεταξύ επωνύμων διαφημιζόμενων γυμνών και συμφερόντων. Θεατής περαιωτικών πολιτικών και εξολοθρευτικών διαταγμάτων. Μνημονική συμφόρηση από αμνήμονες συμφεροντολόγους και κομματικούς συμμορίτες. Ζήτω!

Αποδιοπομπαίος από την αδιάκριτη και άκριτη διάκριση διαπλεκόμενων εξουσιών. Παραστάτης συντεχνιακών και καπηλευόμενων αντιλήψεων. Έλληνας σε κράτος Ανθελλήνων. Ανθέλληνας στα μάτια Ελληνάρων. Μετανάστης της Δυτικής υπεροψίας. Πρόσφυγας της ντόπιας αλαζονείας. Αμέτοχος παρατάξεων ηγεμονικών επιτελείων. Συμμέτοχος κραυγαλέων ενοχών. Αδιάφορος για διφορούμενες θέσεις. Τρομοκρατημένος από τηλεοπτικούς καθοδηγητές. Έκπληκτος. Ζήτω!

Αριστερός για την δεξιά, άναρχος για την επίσημη αριστερά. Στο κέντρο του πολιτικού μυωπικού αλληθωρισμού. Αναλφάβητος στο λεξιλόγιο της κραταιάς καθεστωτικής ορολογίας. Σκληρός μπροστά στην μαλθακότητα (βλακεία) της ιδιωτικής μετριότητας. Μαλθακός (βλάκας) μπροστά στην πυγμή της πολιτικής ανοχής. Περιθώριο στην τρέχουσα έξη. Ελκων στον περιθωριακό εθισμό. Ελλειπτικός σε συνειδησιακές πληρότητες. Ζήτω!

 

Κινηματικός για τους στάσιμους. Στάσιμος για τους κινηματικούς. Απόλυτος για τους ΔΙΑ-ΛΟΓΙΚΟΥΣ, αυθάδης για τους καθεστωτικούς, συντάκτης ασύντακτων δημοκρατικών εκφραστών. Ζήτω!

 

Αντιδραστικός ή συμβιβασμένος, σε παρένθεση ή με ομοιωματικά, παράτονος σε ραψωδία ηχηρή, πολίτης ΒΟΥΒΟΣ. Για λίγο ακόμη και πολύ ως τώρα..

 

ΥΓ. 50 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ Η ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΡΩΤΗΣΗ:

ΠΟΙΟΣ (ΔΕΝ) ΚΥΒΕΡΝΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ;

ΑΠΟ ΠΟΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ (ΜΟΝΟ) ΑΓΝΑΝΤΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;

 

Ζητώ!

 

Παυλος Δελαπορτας

 

*Παύλος Δελαπόρτας

 Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στα Κουβαλάτα [2] Ληξουρίου και σπούδασε νομικά[2] στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εισήλθε στο δικαστικό σώμα το 1931 και το 1933 διορίστηκε[1] ειρηνοδίκης στην Μυτιλήνη, θέση στην οποία παρέμεινε[1] μέχρι το 1938. Υπηρέτησε[1] ως πρωτοδίκης στο Γύθειο (1945 - 1946) και την Ζάκυνθο (1947 - 1951) και ως εισαγγελέας πρωτοδικών[1] στο Μεσολόγγι. Το 1963 υπηρετούσε ως εισαγγελέας εφετών στη Θεσσαλονίκη. Από την θέση αυτή αναμείχθηκε στην υπόθεση Λαμπράκη καθώς είχε τη γενική εποπτεία των ανακρίσεων, που διεξάγονταν από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη και τον εισαγγελέα Δημήτριο Παπαντωνίου. Μαζί με τον Σαρτζετάκη αντιστάθηκαν[2] στις πιέσεις του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Κόλλια, να κλείσει γρήγορα και χωρίς έρευνα η υπόθεση. Αργότερα στην δίκη ως εισαγγελέας έδρας[2] πρότεινε την καταδίκη των περισσοτέρων, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Με τον ερχομό της Χούντας των Συνταγματαρχών εκδιώχθηκε[2] μαζί με άλλους είκοσι εννέα από το δικαστικό σώμα με απόφαση της τότε κυβέρνησης (1968).