του εγκέλαδου παιδιά

η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποιον αύγουστο στην παραλία των πετανών της κεφαλονιάς
η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποιον αύγουστο στην παραλία των πετανών της κεφαλονιάς

παράθυρο στον ουρανό και θύρα στο αιώνιο

αγέρωχη και όμορφη στολίζεις το Ιόνιο

μέσα στης γης τα έγκατα παλεύουν οι θεοί σου

ποιος θα σε κάμει να του πεις τώρα είμαι δική σου

 

ένα νησί παράταιρο και απ’ έξω από τα τείχη

της χώρας που πάει της τέλειωσε και η χαρά και η τύχη

σαν πέφτει η νύχτα σείεται, σαν ξημερώνει ανθίζει

ο μάστορας πολύτροπος· κάθε πρωί το χτίζει

 

ανέβα στην κιθάρα μου και άνοιξε τη φωνή σου

των άλλων τις αποκοτιές κάμε τες λογική σου

κι αν απορείς που σ’ έριξε στο χώμα αυτό η μοίρα

το μετανιώνεις μόλις πεις άγκυρες τώρα βίρα

 

γιατί ξανά μες σε χορούς και γλέντια θα ιδωθούμε

αγάντα εσύ νησάκι μου να ‘ρθω να αγκαλιαστούμε

κι όσο το αίσθημα γιορτής σαν σε κοιτώ θεριεύει

τόσο θυμώνει ο εγκέλαδος και με μανία ζηλεύει

 

εδώ τα πράσινα νερά νικούν τους καρχαρίες

έλα το βράδυ να σου πω θαλάσσιες ιστορίες

κι άσε τους ψηφοκυνηγούς τάχα μου να δακρύζουν

η ανάγκη τους περίσσεψε και άδικα πασχίζουν

 

και μην ξεχνάς τα πρωινά όταν θωρείς τον Αίνο

να σκέφτεσαι αιώνια εγώ πως μόνο εσέ προσμένω

να ταξιδέψουμε μαζί με σένα στα ηνία

ανέμη του σφυγμού μου εσύ, κυρά Κεφαλληνία