Ο Χάρακας, το Χαρακίρι κι οι Κασσάνδρες.

Λόγια της πρύμνης.

 
 
 
Δεν ξέρω ακριβώς αν όσοι δεν γεννήθηκαν στον “περίεργα κουνημένο” αυτό τόπο, αλλά απολαμβάνουν ως φιλοξενούμενοι το μεγαλείο του λόγω καταγωγής και προσωπικών συγκυριών, έχουν δικαίωμα λόγου και άποψης για την ιστορική εμπειρία του πρόσφατου σεισμού. Δεν ξέρω καν, αν μια άποψη ή κουβέντα έχει νόημα, όταν άνθρωποι τούτη τη στιγμή, περνούν τη δική τους αναγκαστική εμπειρία με δανεικά κλινοσκεπάσματα ενός “φιλόστοργου” κρατικού μηχανισμού. Δεν ξέρω επίσης, αν πρέπει να αναρωτηθώ για τις Κασσάνδρες που επικαλείται ο Πρωθυπουργός της χώρας, ειδικά όταν από δίπλα του απουσιάζει η Υπουργός (του) περί του τουρισμού. Δεν ξέρω τέλος, αν πρέπει να θαυμάσω τα φωταγωγημένα πλοία, που στα σαλόνια του φιλοξενούνται άνθρωποι που πιο πολύ κι απο το σεισμό, φοβούνται το αύριο που θα ξημερώσει και που όταν τα φώτα του καραβιού σβήσουν κι οι τηλεοράσεις αποσυρθούν, θα πρέπει να αντικρύσουν σπίτια και νοικυριά, που στη δίνη μιας ανθρωπιστικής και οικονομικής κρίσης, θα πρέπει να ξαναφτιαχτούν απο την αρχή. (Άραγε, πως;)
 
Τα λόγια, μια τέτοια στιγμή, είναι ακριβώς της πλώρης. Ή μάλλον της πρύμνης. Γιατί σύντομα ή όχι, μαζί με τα απόνερα στο λιμάνι που θα αφήνει κατά την φυγή του το μεγάλο καράβι κι έχοντας εκπληρώσει το φιλόξενο πράγματι σκοπό του, θα μείνουν λόγια και πάλι λόγια για τη “Κεφαλονιά που άντεξε”, “που δεν θρήνησε θύματα”, που ο “κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε άμεσα και αποτελεσματικά”. Και κάπως έτσι, θα κυλήσει ο καιρός, μέχρι τις επερχόμενες κάλπες, μέχρι και τη στιγμή που οι “κουνημένες” φωτογραφίες θα ξαναβγούν στις προθήκες πολιτικών δεσμεύσεων.
 
Σε συνθήκες τέτοιες, έκτακτες και ανυπολόγιστες, θέλουμε να πιστεύουμε οτι ο καθένας έκανε αυτό που μπορούσε. Πότε με το ξενύχτι του, πότε με ένα τηλεφώνημα, πότε με τις εντολές του, προσπάθησε για το καλύτερο δυνατό σε συνθήκες μνημονιακής αποσύνθεσης. Πάντοτε στα πλαίσια πρώτα απ όλα των δυνάμεων και των εμπνεύσεων του, σίγουρα όμως στα όρια ενός πολιτικού και διαχειριστικού συστήματος με συγκεκριμένες προτεραιότητες και μηχανισμούς, όχι αποκλειστικά τη στιγμή της καταστροφής, αλλά χρόνια πριν, ίσως και δεκαετίες.
 
 
Η πολιτική βούληση, η διαχειριστική ή κυβερνητική ικανότητα, το όραμα και η κοινωνική ευαισθησία, δεν κρίνονται μόνο σε στιγμές όπου εκτυλίσσονται τα βίαια συμβάντα, αλλά κυρίως σε ανύποπτο χρόνο που διαμορφώνονται οι δομές, προγραμματίζεται το μέλλον, θωρακίζεται ο ανθρώπινος και κοινωνικός ιστός. Εκεί κερδίζεται ή χάνεται το στοίχημα με την ιστορία ή την ιστορική στιγμή. Η Κεφαλονιά, σε μεγάλο εύρος, άντεξε γιατί κάποτε σχεδιάστηκε επιστημονικά και εφαρμόζεται ένας αντισεισμικός πολεοδομικός κανονισμός. Αντίθετα, εκεί που “ματώνει” είναι γιατί κληροδοτήματα για ανέγερση σχολείων κοιμούνται εδώ και χρόνια στα συρτάρια του Υπ. Οικονομικών, γιατί έτοιμο γηροκομείο αγναντεύει ερμητικά κλειστό τον πανέμορφο κόλπο της Σάμης, γιατί ένα τέτοιο νησί δεν κατέφερε ποτέ να ενταχθεί στα προνόμια της νησιωτικής περιοχής, γιατί ένα τόσο μεγάλο νησί έμεινε μόνο με ένα κύριο όσο και απομακρυσμένο λιμάνι, γιατί δαπανήθηκαν χιλιάδες ευρώ για μελέτες που ποτέ δεν προγραμματίστηκαν να υλοποιηθούν, παρά μόνο να εκπονηθούν, γιατί μόλις ξεκίνησε ένα έργο πάνω απο το Χάρακα, κάτω απ αυτόν δείχνουν να σωριάζονται μελέτες και εφαρμογές, γιατί δεν ανέπτυξε το παραγωγικό του ιστό με τέτοιο τρόπο ώστε να θωρακισθεί αναλόγως η κοινωνική συνοχή, η αλληλεγγύη και η ευημερία, σε συνθήκες τέτοιων σεισμικών φαινομένων κι τέτοιας έντασης. Γιατί τέλος, μαζί με τον αντισεισμικό κανονισμό, δεν σχεδιάστηκε ποτέ, ούτε υλοποιήθηκε ένας φιλοσεισμικός προγραμματισμός, όχι απλά για τη διαχείριση κρίσεων, αλλά για τη “οργάνωση” όλων των φυσικών και ανθρώπινων πλεονεκτημάτων που συμβιώνουν πότε αρμονικά και πότε εκρηκτικά σε αυτό το “ιδι-όμορφο” νησί.
 
Η συζήτηση για όλα αυτά, όχι γιατί θα προβάλλει κάποιο επικοινωνιακό ή μη “χαρακίρι”, δεν είναι της στιγμής. Τούτη την ώρα, το κρίσιμο είναι οι άνθρωποι. Η εμπειρία από σεισμοπαθείς περιοχές δείχνει, πως όταν οι κάμερες κλείνουν, τα αληθινά προβλήματα στις πραγματικές διαστάσεις επανέρχονται. Ο σεισμός αυτός έπληξε ανθρώπους και τόπους. “Χτύπησε” δηλαδή, τη σπάνια ομορφιά του Νησιού. Από εδώ, από αυτά, επιβάλλεται να ξεκινήσει και η κάθε είδους αποκατάσταση, με κάθε δυνατή και πιθανή μαχητική διεκδίκηση. Πρώτα απ' όλα με απόλυτο σεβασμό σε τόπους που η καρδιά τους πάλλεται με τόσες δονήσεις, όσες και οι ιδιαίτερες ομορφιές τους και σε ανθρώπους που αφού κατέκτησαν το κόσμο, ήρθε η ώρα για κάτι πολύ πιο εύκολο: Να κατακτήσουν τον ίδιο τους το τόπο. Για πρώτη φορά, για ακόμη μια φορά..