Νοέμβρης. Ήρθε η χρονια...

Πέρασαν τόσοι και τόσοι Νοέμβρηδες. Και πάντα η ίδια υπόσχεση. Για τούτον ή τον άλλο Νοέμβρη. Πως κάποιος θα ξεσηκωθεί, κάτι θα αλλάξει. Πως εκείνα “τα όνειρα των εραστών”, όσο σβήνουν, τόσο θα ανάψουν.
 
Νοέμβρης και δεν γνωρίζω πια κανέναν. Όσοι έσπειραν τους ανέμους της αμφισβήτησης και της ανατροπής και δεν τους εξαργύρωσαν σε παζάρια εξουσιών , ολοένα και πιο διακριτικά ρίχνουν κάθε φορά ένα τελευταίο δάκρυ μνήμης. Ευτυχώς που κάποιους από εκείνους συνεχίζω να τους διαβάζω. Όχι κάθε 17η Νοέμβρη για να θυμηθούν, να απολογηθούν, να διεκδικήσουν , να δικαιωθούν, αλλά σε ανύποπτο χρόνο να συνεχίζουν με όσες δυνάμεις τους έχουν απομείνει – κι ας μην τους πήραν τόσο τα χρόνια- να εναντιώνονται σε αντίθετους ανέμους κι εποχές.
 
Νοέμβρης 2013. Και πάλι χιλιάδες πρόσωπα, καινούργια τα περισσότερα, σε αυτή τη παλαιά πια συνάντηση ενώνουν τις φωνές τους με τον απόηχο τόσων και τόσων επετείων. Κι όμως θα μπορούσε εύκολα κάποιος να παρατηρήσει πως πίσω από τα φλογισμένα μάτια και τα παθιασμένα συνθήματα , κρύβεται κάποια βαθιά μελαγχολία που φαίνεται να έρχεται κι αυτή από το παρελθόν κουβαλώντας όλα εκείνα που θέλαμε κάποτε να γίνουν, από γενιά σε γενιά, αλλά φοβηθήκαμε να τα κατακτήσουμε. Από γενιά σε γενιά…
 
Στη δική μας γενιά, τα τανκς σίγησαν. Η δημοκρατική ιστορία τα απέσυρε σε νεκροταφεία λαμαρινών, για να φέρει άλλα, σύγχρονα, αποδοτικά. Οι χαφιέδες της εποχής, στην εθνική σύνταξη κι αυτοί, παλεύουν μήπως και διασωθεί το επικουρικό τους. Στη θέση τους δικαστικές επιμελητές, μεταφέρουν χαρτιά, διαταγές πληρωμής, αποφάσεις οικονομικής καταδίκης. Τα βασανιστήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ , μεταφέρθηκαν σε γκισέ εφοριών, τραπεζών, ενεχυροδανειστηρίων. Εξορία, έγινε το ίδιο μας το σπίτι. Ο φόβος μη χτυπήσει το κουδούνι, το τηλέφωνο. Ο πομπός της Δαμανάκη, από τότε που έγινε επίτροπος της Ε.Ε για την αλιεία, πετάχτηκε στο βυθό της λαικής μνήμης και τη θέση του πήρε το μικρόφωνο της λεηλατημένης ΕΡΤ. Η προσοχή μας και η αγωνία μας, ψάχνει στη Πατησίων να ξεφύγει. Μετρά τις στιγμές και τους Νοέμβρηδες. Φέτος που λείπω, τους φαντάζομαι. Του χρόνου, βλέπουμε.
 
40 χρόνια, πια. Το Πολυτεχνείο είναι εκεί. Οι δρόμοι γύρω από αυτό ασφυκτιούν από νέους μύστες μιας επανάστασης που πολλοί λένε πως πλησιάζει, έστω κι αν δεν φτάνει ποτέ μπροστά στη πόρτα τους αλλά μένει το αιώνιο απωθημένο τους. Η τηλεόραση ανοικτή για να μετρήσει για μια ακόμη χρονιά αποκλειστικά και μόνο τους ¨αγνώστους¨ που μας έγιναν γνωστοί τόσα χρόνια τώρα και τις ζημιές , γνωστές κι αυτές, σκεπάζοντας με τις κραυγές της τους ήχους της πραγματικής επετείου. Η πορεία στον ίδιο τόσα χρόνια αλλά πάντοτε επίκαιρο προσανατολισμό , με τον ίδιο πάντα προορισμό. Η ματιά μου ψάχνει μήπως και βρεί κάποιον από εκείνους που έγραψαν στους τοίχους του ιδρύματος με μπογιά τη λέξη ¨ελευθερία¨. Μάταια. Όσοι είναι εδώ δεν τους αναγνωρίζω κι όσοι αναγνωρίζονται δεν είναι εδώ.
 
Γυρίζω στο διπλανό μου. Δεν το γνωρίζω κι όμως του μιλώ για ώρες κι εκείνος με ακούει. Μας πιάνει και τους δύο ακατάπαυστη φλυαρία. Δεν ξέρω πότε προλάβαμε και περάσαμε τη Βουλή και πέρασαν εξίσου ταχύτατα από μπροστά μας τα πάντα: Η ανεργία, η φτώχεια, η αδράνεια, το τελειωμένο σύστημα υγείας , η καταστροφή της ζωής μας, οι τράπεζες και οι εφορίες, ο μαρασμός των ελπίδων μας. Είναι η μοναδική ευκαιρία αυτή η μέρα για κουβέντα και προβληματισμό. Μέχρι να σκεπαστεί από το σύννεφο που αφήνει το πρώτο περίπτερο που καίγεται για να γίνει πρωτοσέλιδο. Η προηγούμενη νύχτα με βρήκε για άλλη μια φορά να ξεφυλλίζω το βιβλίο ¨εκ των υστέρων 19+1 που έγραψαν από καρδιάς οι νέοι του 73, στην επέτειο της εικοσαετίας, σιγοτραγουδώντας το τραγούδι του Τσακνή, για το Νοέμβρη. Η επόμενη;
 
Νοέμβρης 2013. 39+1. Τόσοι ακριβώς. Αμείλικτος ο χρόνος, πέρασε από σχεδόν σαράντα Νοέμβρηδες αλλά δεν τους άγγιξε. Ακριβώς όπως το αίμα κυλά στις φλέβες με τον ίδιο πάντα τρόπο χωρίς να τις αλλοιώνει ή να τις φθείρει. Ο Νοέμβρης εκείνος θα είναι πάντοτε το άλλοθι μας. Όσοι πετύχαμε στους στόχους που θέσαμε θα τον έχουμε σαν ένα περήφανο αγωνιστικό παρελθόν, για να κουρνιάζουμε τις νύχτες που θα μας βασανίζουν οι σκέψεις. Όσοι πάλι όχι, θα θυμόμαστε τη μεγάλη επαναστατική μας στιγμή που κάποτε αφήσαμε τα νιάτα και τα οράματά μας. Το κοινό μας σημείο, ο Νοέμβρης , έτσι όπως τον έζησε ο καθένας κι έτσι όπως τον θυμάται.
 
40 Νοέμβρηδες και για τους νεότερους. Εκεί στα δεκαπέντε, τα δεκαοκτώ , τα είκοσι, ακόμη και τα τριάντα. Τα όνειρά τους γνωστά, αναμενόμενα ίσως, η αμφισβήτησή τους συχνά ακατανόητη με τους όρους του ´70 ή του ´80, πάντως υπαρκτή αλλά ο εχθρός τους αδιόρατος, κρυφός. Να πολεμήσουν τι και με ποιόν! Ο σύμμαχος τους, η τηλεοπτική ευδαιμονία ή μήπως η φλογερή ¨αλητεία¨ των πεζοδρομίων και των μολότοφ; Και τα κόμματα, οι νεολαίες, οι φορείς ποιους πλέον εκφράζουν και από ποιους εκφράζονται; Ποια πλειοψηφία θα τους οδηγήσει στων ονείρων τις εξεγέρσεις και ποια μειοψηφία θα μπορέσει να αντιδράσει στο γεωπολιτικό και πολιτισμικό οδοστρωτήρα; Μαρασμός; Όχι βέβαια. Ορμή; Όχι πάλι. Κάτι ενδιάμεσο; Ισως. Οι νέοι των σαράντα πια Νοέμβρηδων χωρίς πρησμένα πόδια και ματωμένα αμπέχονα αλλά με πληγωμένες καρδιές ψάχνουν ακόμη και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά , όσα τα παιδιά του πρώτου Νοέμβρη τους έταξαν. Αν θα φθάσουν στο πλήρωμα του χρόνου στη δημιουργική εξέγερση ή θα μείνουν κοινωνικοί άεργοι θύματα της παγκόσμιας εξομάλυνσης, θα το δείξει, τι άλλο, το επόμενο Πολυτεχνείο.
 
Η παρέα μεγαλώνει. Ένας μετανάστης κοιτά με απορία το περίπτερο που φλέγεται. Τα συνθήματα ακατανόητα αλλά το αίτημα το ίδιο. Έρχεται στη πορεία για δεύτερη χρονιά κι ας μην ξέρει καν τι είναι το Πολυτεχνείο. Ο Νοέμβρης άγνωστος γι’ αυτόν. Έναν Οκτώβρη γνώρισε κι αυτός κατέρρευσε. Ξέρει όμως πολύ καλά τι θα πει ανεργία , ξενοφοβία, ρατσισμός. Ξέρει ότι ίσως αύριο θα χρειαστεί, χωρίς να το θέλει, να διαδηλώσει για το Πολυτεχνείο μιας άλλης, ¨μη ξενόφοβης¨, χώρας.
 
Η φλόγα καταπνίγεται από τους ήχους της πυροσβεστικής. Τα συνθήματα όλο και πιο ισχνά ακολουθούν το ρυθμό των σειρήνων. Το ίδιο και κάποιοι διαδηλωτές που δεν φάνηκαν απόψε, υπακούοντας στις εκκλήσεις της τηλεοπτικής καταστολής. Προτίμησαν να πιουν λίγο πιο πάνω έναν εσπρέσσο συζητώντας για το νέο δεσμό της νεαρής αηδούς. Κουβέντα χωρίς αιδώ για το τίποτα. Η πορεία, κάτι αναρχικοί , συριζαίοι και ΚΚΕδες για κάποιο πολυτεχνείο…
 
Η πρεσβεία στέκει για ..σαρακοστή φορά απέναντι μας, άφθαρτη. Δεν πέρασε χρόνος από πάνω της κι ας άσπρισαν τα μαλλιά των παιδιών του Νοέμβρη. Μόνο το γκρι μουντό χρώμα της, έδωσε για λίγες ώρες μόνο, τη θέση του στο μπλε της δημόσιας τάξης. Απέναντί της , το κόκκινο του αγώνα, το μαύρο της αντίδρασης, το άσπρο της αγνότητας, το πράσινο της οικολογίας και το μπλαβί των ατελείωτων ανθρωποθυσιών στο βωμό της παγκόσμιας τάξης. Ένα ζωντανό ουράνιο τόξο που φέγγει κάθε χρόνο, τον ίδιο μήνα, την ίδια περίπου ώρα, σαράντα χρόνια τώρα.
 
Τα φώτα σιγά - σιγά δίνουν τη θέση τους στην αυγή. Η αιματοβαμμένη σημαία του 1973, στη θέση της, περιμένει τον επόμενο Νοέμβρη και ακόμη πιο μακριά, το επόμενο ¨Πολυτεχνείο¨. Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η νύκτα αυτή. Τα τραγούδια της και τα συνθήματά της, ο παλμός και το πάθος της ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου. Η μυρωδιά της βασανίζει τις αισθήσεις μου και μου προκαλεί παραισθήσεις: Η επόμενη εξέγερση, το τανκ τους, η πύλη μας…Ανηφορίζω στη Ζ.Πηγής. Στη γωνία με την Αραχώβης, μια παρέα από τα παλιά, πίνει στο ταβερνάκι. Τα πρόσωπά τους μου είναι γνωστά αν κι εκείνοι δεν με γνωρίζουν. Ο Περικλής, ο Παπαχρήστος, ο συγχωρεμένος ο Αγγελος, τα παιδιά του πρώτου Νοέμβρη. Άλλη μια παραίσθηση; Απολογούνται ή ονειρεύονται; Κρίνουν ή κρίνονται; Μελαγχολούν ή ονειρεύονται; Αυτός ο Νοέμβρης δεν αφήνει περιθώρια, παρά μόνο για εξεγέρσεις.
 
Ο φετινός εορτασμός δεν είναι καν εορτασμός. Είναι η τελευταία μας ευκαρία. Γιατί μόνο τώρα, 40 χρόνια μετά, μπορούμε να μαστε σίγουροι, πως ο ΝΟΕΜΒΡΗΣ που περιμέναμε, ήρθε. Κι όλο μας πλησιάζει.