η ΠΛΑΤΕΙΑ γεμίζει, το ΣΥΣΤΗΜΑ αδειάζει

τα παιδια μεσ' την πλατεια
τα παιδια μεσ την πλατεια

Η Γενιά της αμφισβήτησης των πεζοδρομίων, συναντά την ιστορία στα κράσπεδα της πλατείας. Τα αντιδραστικά νιάτα που μετρούν τους χτύπους της καρδιάς τους στα χτυπήματα της κατεστημένης νοοτροπίας, ενώνουν τις τύχες τους με τους αγανακτισμένους κι εξαπατημένους “μεγαλύτερους” που έπεσαν θύματα της μεταπολιτευτικής βολής και ανίας τους. Ένα χέρι κοινό, υψωμένο, που αγανακτεί με τη μίζερη πραγματικότητα και προκαλεί δέος στις ακλόνητες συνειδήσεις της κάθε λογής εξουσίας.
 
 
Μια ζωντανή και φρέσκια κοινότητα πολιτών, ένας κόμβος επικοινωνίας όμοιων κι αντίθετων δυνάμεων και προσωπικοτήτων, ένας ιδιόμορφος τρόπος επικοινωνίας, πεδίο έκφρασης και δημιουργίας, κέντρο αποτοξίνωσης απογοητεύσεων και χαμένων οραμάτων, ένα αναίμακτο αλλά όχι και άχρωμο πεδίο μαχών. Όλα εκείνα που τα χωρίζουν χρόνια, αίμα και άνθρωποι, ενώνονται σε λίγα τετραγωνικά πλατείας για να ξυπνήσουν μέσα μας “έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός”.
 
 
Δεκάδες ζωντανά κινήματα, ένα ιδιότυπο κοινωνικό ψηφιδωτό που συναντά εύκολα κανείς στους χώρους της πλατείας και γύρω από αυτήν και που περνούν από κόσκινο τα αδιέξοδα της καθημερινότητας. Η εξουσία να σωριάζεται από τρεις όλες κι όλες φράσεις, η τηλεόραση να απομυθοποιεί τους γελοίους ηρωικούς χαρακτήρες της, οι δυνάμεις επιβολής από θύτες, θιασώτες αμήχανοι στη νέα αυτή πραγματικότητα, ο έρωτας από εικονική φαντασίωση να ζωντανεύει υπαρκτές αισθήσεις και η παλάμη ανοικτή να θριαμβεύει κατά παντός αντιπάλου.
 
 
Όλα αυτά, τα τόσο εύγλυπτα, ζωντανά, αναπαραστατικά, έξυπνα, εύθυμα, σοβαρά και πολύχρωμα, μεστά από περιεχόμενο και χαρακτήρα, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια τη ζωή, τα πιστεύω, τα οράματα, τις απογοητεύσεις μιας πλειοψηφίας ανθρώπων που καταθέτουν «ΕΝ ΔΗΜΩ» τη δική τους προσφορά και συμμετοχή στην κοινωνία. Κι αν η πάλη των τάξεων και των κοινωνιών φαντάζει πια ως συνθηματικό απομεινάρι μιας ρομαντικής φαντασίωσης και ιδεολαγνείας, τούτη εδώ η διαρκής λαϊκή συνέλευση, δημιουργεί -ίσως- την επόμενη φάση της ιστορίας των κοινωνιών.
 
Μια μέρα σαν κι αυτή που ονειρεύτηκαν, αναβιώνουν. Και οι μέρες αυτές, ξαφνικά, γίνονται πολλές. Συζητώντας, επικοινωνώντας και αντιλέγοντας για πράγματα που συναντήσαμε και μας συναντούν ακόμη. Τα παιδιά της κάθε “ΠΛΑΤΕΙΑΣ” στήνουν μια ιδιότυπη κοινωνική εκπροσώπηση, ένα σύγχρονο και άμεσο πια κοινο-βούλιο, μια φανταστική κυβέρνηση, μια εναλλακτική τηλεοπτική εκπομπή πραγματικών και όχι εικονικών διαστάσεων και φαινομένων, ένα ζωντανό διαφορετικό ραδιόφωνο, μια ανιδιοτελή ανοικτή παράταξη, μια εξω-πραγματική αίθουσα ειλικρινούς και γόνιμης διδασκαλίας, μια νέα γειτονιά επωνύμων φίλων, μια μη διαφημιζόμενη οργάνωση για την προστασία του ανθρώπου από τον άνθρωπο, ένα μέγαρο κοινωνικών συζητήσεων και ήχων και όχι ψιθύρων, μια εθελοντική και πολλά υποσχόμενα κοινωνική υπηρεσία, μια γκαλερί μη φτιασιδωμένων ειδώλων και χορηγών, μια γνήσια εφημερίδα πολιτών, μια άλλη κοινωνία ανοικτών προθέσεων και οριζόντων χωρίς επώνυμα κοινωνικά διαβατήρια, ύπουλες προσβάσεις και επικίνδυνες προσμίξεις, τεχνητές διαστρεβλώσεις, πολύ - επίπεδες διαπλοκές.
 
 
Όλοι όσοι συμμετέχουν στη προσπάθεια αυτή, είναι άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους που μοιράζονται καθημερινά αγωνίες, προβλήματα, αλλά και όνειρα. Είναι άνθρωποι με όνομα, επώνυμο και ιδιότητα που συναντούσαμε πάντοτε δίπλα μας χωρίς όμως να τους γνωρίζουμε. Ο χαρακτήρας τους απλός, καθημερινός, η σκέψη τους όμως και η προσωπικότητά τους κρύβουν κάτι το ξεχωριστό. Η επιλογή τους αυθόρμητη, μα στη πορεία και συνειδητή, υπαγορεύτηκε από μια προσωπική έκρηξη, πότε αρκετά παλαιά και πότε τελευταία, που συνέβη με λόγο και αιτία. Και τώρα στάθηκε η αφορμή για να κατανοήσουμε ότι τελικά δεν είμαστε - και μαζί μας και τόσοι άλλοι - τόσο μόνοι και τόσο ανώνυμοι. Ξεκινώντας από μια απλή κουβέντα φτάσαμε στο σημείο να ανταλλάσσουμε απόψεις για ώρες και από τότε για καιρό. Συμφωνώντας ή διαφωνώντας, πάντως συζητώντας. Κι ο καθένας είχε την άποψή του κι όλοι μαζί το κοινό σημείο της ανωνυμίας. Κι η πλατεία, το μέσο μας.
 
 
Σε αυτό το εγχείρημα η παρουσία ανθρώπων με λόγο και άποψη είναι η ψυχή, το πνεύμα και το σώμα του οράματος για ένα συλλογικό, πρωτοποριακό και χρήσιμο βήμα. Μακριά από γραφικότητες, ένοχα και αθώα απωθημένα, μελοδραματικούς απολογισμούς, επώνυμους τίτλους και περγαμηνές, αλλά με δυναμισμό, παρρησία και προσήλωση μοιράζονται προσωπικές στιγμές, σκέψεις, θέσεις, προβληματισμούς, οράματα, συναισθήματα, αγωνίες και απόψεις με τους δικούς τους ανθρώπους, τη μεγάλη αγκαλιά των σύγχρονων μικρών ηρώων της ανώνυμης πραγματικότητας. Για λίγο, μια στιγμή, υπογράφουν τη πορεία τους και μαζί τη πορεία του τόπου, ονοματίζουν τα κακώς κείμενα και τα καλώς πραχθέντα, οικειοποιούνται τη μια αλλά αληθινή εξουσία που για λίγο τους παρέχεται. Ένα στυλό και λίγες κόλλες χαρτί είναι αρκετά για να τιμηθούν θέσεις και απόψεις, κρίσεις και συναισθήματα που διακριτικά γεννήθηκαν και καλλιεργήθηκαν στο παρασκήνιο της καθημερινότητας από ανθρώπους που είναι οι ίδιοι καθημερινότητα. Όλα όσα θα αποτυπωθούν είναι όλα όσα λένε και ακούν κάθε ώρα και στιγμή της ημέρας. Είναι ο ηχηρός απόηχος μιας κοινωνίας που σιωπά και τόσων εξουσιών που φωνασκούν ανερμάτιστα. Είναι οι κουβέντες της αγοράς, του δρόμου, της πλατείας, του σπιτιού, της παρέας και του γραφείου. Λόγια που δεν διεκδικούν συντάξιμες αποζημιώσεις, δεν αποσκοπούν σε κοινωνικά ανταλλάγματα, δεν έχουν χρώματα και σύμβολα, δεν αποτελούν τηλεοπτικά σποτάκια και εύκολες προσδοκίες, δεν πωλούνται και δεν αγοράζονται. Είναι ερασιτεχνικές εγκάρδιες καταθέσεις από αυτοδημιούργητους κυνηγούς της δικής τους γης της επαγγελίας. Είναι η αναπνοή, το γέλιο και η θλίψη τους όπως αυθόρμητα γεννιούνται από την “αγωνία αυτού του τόπου για ζωή”. Είναι το τίμημα της ζωής τους, απολογισμός και προγραμματισμός, το εφικτό και το ανέφικτό τους. Είναι ο παλμός της καρδιάς τους που κτυπά, παρά τα αναμενόμενα, τόσο έντονα και παθιασμένα καθώς ξεπερνούν τα τείχη που στήνονται στο διάβα τους. Είναι η αντίδραση της λογικής τους που πλήττεται από ερεθίσματα και διεγέρσεις συχνά εχθρικές αλλά πάντοτε ανασταλτικές. Είναι, τέλος, η δική τους παρακαταθήκη στο μέλλον που πλησιάζει τόσο άγνωστο και γι’ αυτό επικίνδυνο.
 
Η πλατεία γεμίζει. Το σύστημα αδειάζει. Από ψηφοφόρους, θύματα, εγκλωβισμένους, χειροκροτητές, αποδιοπομπαίους και υποστηρικτές. Η εξουσία του, μετρά μέρες. Πανικόβλητο, προσπαθεί και θα προσπαθήσει ακόμη περισσότερο να πανικοβάλει, να αδιαφορήσει, να υποτιμήσει, να συκοφαντήσει. Δεν θα πιάσει τόπο. Τόσα χέρια υψωμένα, τόσα κορμιά συσσωρευμένα δεν αφήνουν χώρο για τίποτα περισσότερο και τίποτα πιο σημαντικό από την ίδια την ελπίδα. Όχι για μια νέα μεταπολίτευση, αλλά για μια άμεση πολιτική και κοινωνική λύση. Ποια θα είναι αυτή, θα αποφασίσει η “επόμενη” γενική συνέλευση. Εσύ, εγώ, που τόσο απλά, γίναμε, εμείς.