Ζητάμε τα Μεγάλα τα Κυνήγια

Το μΕΡΤικό μας απ’ τη χαρά
Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά.

Θυμάσαι;

Θέλω να ξέρω μόνο αν θυμάσαι. Πώς είναι να χαμογελάς.

Πες μου αν θυμάσαι, τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία.

Μαζί.

 

Ζω με το φόβο πως ο ιστορικός του μέλλοντος δεν θα βρει τίποτα να γράψει για τούτη εδώ τη γενιά, για τούτη εδώ την εποχή, για αυτά τα χρόνια βίαιου αφανισμού, βίαιου σωφρονισμού, βίαιου φανατισμού. Όλα βίαια γίνονται, μα μου φαίνεται πως ακόμα και η βία αναγκάστηκε σε εθελούσια έξοδο και συνταξιοδοτήθηκε νωρίς· δεν είναι πια η μαμή της Ιστορίας, δεν ξεγεννάει πια κινήματα, δεν φέρνει στον κόσμο επαναστάσεις, δεν βγαίνει στα μικρόφωνα να δηλώσει με άγρια χαρά «πως απόψε φέραμε στον κόσμο έναν υγιέστατο Μάη του ’68, δύο χαμογελαστά δίδυμα προερχόμενα από διαφορετικά ωάρια που θα τα ονομάσουμε ΕΛΑΣ και ΕΑΜ για να μην τα μπερδεύουμε, ένα εξαμηνίτικο Πολυτεχνείο που θα χρειαστεί να θυσιάσουμε την Κύπρο για να το κρατήσουμε στη ζωή». Σαν να πέρασε στην εμμηνόπαυση και η Ιστορία, κουράστηκε να γεννάει τα παιδιά της και κατόπιν να αναγκάζεται να τα σκοτώνει ή ακόμα χειρότερα να τα πυροβολεί στα πόδια για να ζουν σε μορφή λειχήνας, παρασιτικά, δακτυλοδεικτούμενα, περιθωριοποιημένα. Όπως οι Έλληνες καλλιεργητές παρασύρθηκαν από τις Σειρήνες των ευρωπαϊκών πακέτων, ξελύθηκαν από το καράβι του θεσσαλικού κάμπου που τους έδινε ζωή τόσα χρόνια, άραξαν στις πλατείες να πίνουν τσίπουρο Τύρναβου και άφησαν τα χωράφια τους να γίνουν στέρφα, κάπως έτσι ανίκανη για νέες γέννες δηλώνει τώρα πια και η Ιστορία, γιατί η φυσική ροή των πραγμάτων θα ήταν να γίνει κάποτε και γιαγιά, να μην είναι μόνο μια μάνα που κλαίει επί αιώνες πάνω από τα μνήματα των πιο γενναίων της παιδιών.

Ο θρύλος θέλει τα πιο όμορφα πράγματα να ξεπετιούνται μέσα από στάχτες και συντρίμμια, μα εμείς εδώ, σε αυτόν τον πανέμορφο τόπο με τον πιο πεισματάρη ηλιάτορα που δε λέει να χαμηλώσει λίγο την έντασή του χειμώνα καιρό, κάπως σαν να ξεχαστήκαμε. Οι ειδήσεις για αυτούς που, κάθε μέρα πια, πηδάνε από ταράτσες και το κορμί τους διαγράφει μια πορεία γράφοντας στον αέρα το αρκτικόλεξο Δ.Ο.Υ. περνάνε πλέον στα ψιλά γράμματα· οι αυτοκτονίες έγιναν οι κρυμμένοι όροι μιας σύμβασης θανάτου, υπογεγραμμένης, όχι από τους «άλλους», όχι από αυτούς που απαιτούμε «να κρεμαστούν δημοσίως στην πολύπαθη πλατεία», από τους «προδότες», τους «αλήτες», αλλά από εμάς τους ίδιους. Μα εγώ δεν υπέγραψα τίποτα, θα μου πεις, κατεχόμενος από το αιώνιο σύνδρομο της ουράς που βγαίνει έξω από το χορό και αρκείται στο κουτσομπολιό όσων τολμάνε ακόμα και χορεύουν. Μόνο που κι εσύ κι εγώ ήμασταν εδώ, παρόντες, άλλοι από το σαλόνι τους και άλλοι τρώγοντας χημικά από τους ένστολους τοποτηρητές της αλλότριας και αλλοτριωμένης δημόσιας τάξης.

Όχι αγαπητέ, δεν τα φάγαμε μαζί, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αλλά όσοι έφαγαν, έφαγαν, έφαγαν και ξαναέφαγαν, είναι ακόμα εκεί, χειρονομούν και καθυβρίζουν μέσα από όλων των ειδών τους δέκτες, καθορίζουν ακόμα τη δική σου τη ζωή, γυρνάνε στις αγορές πουλώντας χρυσά δόντια, τα δικά σου χρυσά δόντια διάολε, και γι’ αυτό φταις κι εσύ κι εγώ και όλο το νησί.

Η εικόνα ενός ενημερωτικού δελτίου ειδήσεων που λαμβάνει χώρα στο πεζοδρόμιο με ολόκληρη πανστρατιά ένστολων με άδειο βλέμμα πίσω από τους δημοσιογράφους θα είναι για πάντα εκεί, να σου θυμίζει ότι ανήκουμε όλοι στον πληθυντικό αριθμό, είτε μας αρέσει είτε όχι. Όταν τον Ιούνιο η εικόνα της ΕΡΤ μαύρισε αφήνοντας στο μαύρο σκοτάδι τις ανάσες μας, λοξοκοίταξα τους γονείς μου, που πάγωσαν ολόκληροι· το κακό βλέπεις με τις άσχημες μνήμες είναι ότι δύσκολα σβήνονται από τις συνειδήσεις, και οι συνειρμοί εκείνη τη νύχτα δεν ήταν διόλου δύσκολοι για όλους όσοι ζούσαν και είχαν μια ελάχιστη ενσυναίσθηση της κατάστασης το 1967. Άσχημα τα πράγματα. Μαύρα.

Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά.

Παλιά κοιμόμασταν και αν βλέπαμε εφιάλτες ξυπνούσαμε τρομαγμένοι και προσπαθούσαμε κατά τη διάρκεια της μέρας να αποτινάξουμε από πάνω μας την άσχημη αίσθηση του κακού ονείρου. Τώρα πια κοιμόμαστε χωρίς όνειρα. Τώρα πια ο εφιάλτης έγινε ζωή. Περπατάμε στα καταπατημένα πεζοδρόμια σαν να βγήκαμε από το σελιλόιντ, ίδιοι οι πρωταγωνιστές της Νύχτας των ζωντανών νεκρών. Πουθενά ένα χαμόγελο, ποτέ μια καλή κουβέντα από έναν άγνωστο περαστικό, πλανάται πάνω μας ένα πυκνό κατάμαυρο δίχτυ που έχει φυλακίσει την ελπίδα, βυθιζόμαστε σε μια γκρίζα, πηχτή λήθη με περιορισμένους ορίζοντες, βορείως το γραφείο, στη δύση η τράπεζα, νοτίως το σαββατοκύριακο και στην ανατολή οι αγάπες. Βέβαια κάπου κάπου κάτι μας ενοχλεί, μια έλλειψη μας σκαλίζει τις αρτηρίες και τρέχουμε στους γιατρούς γιατί νομίζουμε ότι ένα χάπι θα μας σώσει από τις τύψεις ότι κάτι έχουμε ξεχάσει, κάτι δεν κάνουμε καλά, αλλά οι γιατροί και τα σιρόπια είναι καλοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, γιατί αυτό που μας τρυπάει το στομάχι δεν είναι βακτηρίδιο αλλά υπερσυγκεντρωμένο οξυγόνο που σκάει και θέλει να βγει από μέσα μας.

Δεν μας λείπει η θεωρία, αλλά η πράξη. Δεν μας λείπουν ηγέτες, ιδεοληψίες, οράματα, αγωνίστριες και αγωνιστές. Αυτό που μας λείπει είναι οι ρυτίδες που σχηματίζονται γύρω από τα χείλη των ανθρώπων όταν λαμβάνει χώρα εκείνη η σύσπαση των μυών των χειλιών μας, που ονομάζεται χαμόγελο.

Γιατί, διάολε, πώς αλλιώς αξίζει να πεθάνεις αν όχι χαμογελώντας μπροστά στο θάνατο;

Λέω απλά πως είναι αναγκαίο για την επιβίωσή μας να χαμογελάμε, πως ό,τι στερηθήκαμε έχει από καιρό έρθει η ώρα να το απαιτήσουμε, πως αρνούμαι να ξεχάσω τους νεκρούς ήρωες της δικής μου γενιάς που άφησαν αποτυπώματα ανεξίτηλα σε ταράτσες, πλατείες, δρόμους και πορείες και πως γι’ αυτούς και για όλους εμάς ήρθε ο καιρός να ξεκινήσουμε.

Από το άλφα.

Τούτο το κείμενο αποτελεί ανοιχτό κάλεσμα για την επόμενη γέννα της Ιστορίας- που θα έχει σίγουρα επιπλοκές. Αλλά πότε φοβηθήκαμε τις επιπλοκές για να κάνουμε πίσω τώρα;

Ελάτε.

 

«Πάντα να αγαπάς το αίμα που έδωσες, μα πιο πολύ αυτό που πήρες.»

Θάνος Ανεστόπουλος