Γιατί το ΝΑΤΟ θα πάει στη (κάθε) Συρία.

Η αδυναμία της δυτικής θέσης

 

Μια πιο προσεκτική ανάλυση μας δείχνει ότι η πρόταση για την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά δεν είναι απλώς επικίνδυνη. Είναι επίσης μια κίνηση απελπισίας. Είναι προφανώς παράλογη, αφού μπορεί να μετατραπεί σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μπορεί να οδηγήσει σε ένα δεύτερο ψυχρό πόλεμο μεταξύ των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας και πιθανόν σε πυρηνικό πόλεμο. Θα πρέπει αναγκαστικά να θεωρήσουμε ότι κανένας δεν θέλει πραγματικά κάτι τέτοιο.

Γιατί λοιπόν τότε οι χώρες του ΝΑΤΟ προτείνουν μια τέτοια πορεία δράσης; Γιατί είναι ανίκανοι να ζυγίσουν τους κινδύνους της απόφασής τους αντικειμενικά;

Μέρος της απάντησης βρίσκεται στο ότι αυτοί που πήραν την απόφαση, κατέληξαν σε αυτή μέσα από μια πολύ στενή οπτική, παραβλέποντας το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο η επέκταση του ΝΑΤΟ θα ελάμβανε χώρα. Πράγματι, όταν λαμβάνεται υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο, η απόφαση για την επέκταση του ΝΑΤΟ φαίνεται παράλογη.

Στην εποχή των πυρηνικών όπλων, η επιδίωξη του δεύτερου στόχου είναι ίσως περισσότερο επικίνδυνο απ’ ότι ήταν στη διάρκεια των χρόνων του Ψυχρού Πολέμου, αφού σήμερα υπάρχουν αρκετές χώρες με πυρηνικά όπλα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να παραταχθούν εναντίον του ΝΑΤΟ. Το επιχείρημα ότι το ΝΑΤΟ θα πρέπει να επεκταθεί προς τα ανατολικά για να εξασφαλίσει στη Δύση ένα πλεονέκτημα σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου δεν είναι καθόλου πειστικό. Και σίγουρα δεν ακούγεται πειστικό στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Η κατάστασή τους θα είναι παρόμοια με αυτή της Γερμανίας στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως άρχισε να καταλαβαίνει το γερμανικό αντιπολεμικό κίνημα στη δεκαετία του ’80.

Οι ίδιες οι δυτικές χώρες, εντούτοις, είναι καταδικασμένες σε μια οικονομική κρίση που δεν μπορεί να ελεγχθεί. Αρχίζοντας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, τα κέρδη μειώθηκαν, η παραγωγή σκόνταψε, η μακροχρόνια ανεργία άρχισε να αυξάνεται και το επίπεδο της ζωής άρχισε να πέφτει. Υπήρχαν φυσικά και τα διάφορα σκαμπανεβάσματα των επιχειρηματικών κύκλων. Αλλά το σημαντικό ήταν η τάση. Η τάση ανάπτυξης του ΑΕΠ στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αρνητική από την εποχή της μεγάλης ύφεσης του 1973-75. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, ο ρυθμός ανάπτυξης έπεσε από το 4% ετησίως, στη δεκαετία του ’50 και του ’60, στο 2,9% τη δεκαετία του ’70 και μετά στο 2,4% στη δεκαετία του ’80. Οι σημερινές προβλέψεις ανάπτυξης είναι ακόμα πιο απαισιόδοξες.

Η κατάσταση δεν ήταν πολύ διαφορετική στις άλλες δυτικές χώρες. Η ανάπτυξη ήταν κάπως πιο γρήγορη, αλλά η ανεργία ήταν σημαντικά υψηλότερη. Οι σημερινές τάσεις ανεργίας στην Δυτική Ευρώπη είναι κατά μέσο όρο 11% και υπάρχει αρκετή κρυφή ανεργία στις στατιστικές ως αποτέλεσμα των διαφόρων κυβερνητικών σχεδίων ψευτοαπασχόλησης.

Τόσο η Δυτική Ευρώπη όσο και η Βόρειος Αμερική βρίσκονται σε μια κατάσταση παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας. Οι καπιταλιστικές οικονομίες δεν μπορούν να συντηρήσουν τις θέσεις εργασίας και τα επίπεδα διαβίωσης χωρίς σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στα 25 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότερες δυτικές χώρες είχαν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, της τάξης του 4 με 5% ετησίως. Ήταν αυτοί οι ρυθμοί που κατέστησαν δυνατή τη διατήρηση υψηλών επιπέδων απασχόλησης, την αύξηση των μισθών και την πρόοδο στο επίπεδο διαβίωσης. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη μεταπολεμική περίοδο, οι δυτικές χώρες έκαναν μεγάλες προόδους. Μεγάλοι αριθμοί εργαζομένων στάθηκε δυνατό να επιτύχουν αξιοπρεπή επίπεδα διαβίωσης. Οι μεσαίες και οι ανώτερες τάξεις ευημερούσαν, πράγματι, και πολλοί από αυτούς κατόρθωσαν να έχουν ένα επίπεδο ζωής που μπορεί να χαρακτηρισθεί «πολυτελές».

Όμως, είναι πια καθαρό ότι ο μεταπολεμικός μήνας του μέλιτος έχει τελειώσει. Η μεγάλη «καπιταλιστική επανάσταση» που εξαγγέλθηκε από τους Ροκφέλερ δεν υπάρχει πια. «Εξανθρω­πισμένος καπιταλισμός» δεν υφίσταται πλέον. Οι επιβραδυνόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης μας έχουν ξαναγυρίσει στην εποχή του «άγριου καπιταλισμού». Αυτό έχει πυροδοτήσει την οικονομική και κοινωνική κρίση σε όλες τις δυτικές χώρες. Υπονομεύονται έτσι οι μεγαλύτερες επιτυχίες της μεταπολεμικής περιόδου. Στην Ευρώπη, το κράτος πρόνοιας, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, δέχεται συνεχείς επιθέσεις από αυτούς που θέλουν να μεταφέρουν το βάρος της κρίσης στις πλάτες των λιγότερο τυχερών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα σχετικά πενιχρό «κοινωνικό δίκτυο» για την προστασία των φτωχών κουρελιάστηκε από τους επιθετικούς και αλαζόνες υπερασπιστές των επιχειρηματικών συμφερόντων, που επίσης θέλουν να είναι σίγουροι ότι αυτοί που έχουν τα λιγότερα μέσα για να αντεπεξέλθουν θα φέρουν το βάρος της κρίσης στασιμότητας του συστήματος.

Η Δύση, λοιπόν, έχει αυτοφυλακιστεί στην κρίση. Αυτή δεν είναι μια περιοδική κρίση ή ένας «μεγάλος κύκλος», όπως θέλουν να το παρουσιάζουν οι ακαδημαϊκοί απολογητές. Είναι μια συστηματική κρίση. Το σύστημα της ελεύθερης αγοράς δεν μπορεί πια να παραγάγει ευημερία. Οι αγορές που αποτελούσαν την κινητήριο δύναμη στη μεταπολεμική περίοδο, αυτοκίνητα, διαρκή καταναλωτικά αγαθά, κατασκευές κ.λπ., είναι όλες κορεσμένες, όπως καταδεικνύουν και τα φύλλα των στατιστικών των κυβερνήσεων της κάθε χώρας. Το σύστημα δεν έχει βρει άλλες αγορές οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κάποιο ισοδύναμο του κύματος ευημερίας. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, η επιτάχυνση της τεχνολογικής προόδου έχει αρχίσει να εξαφανίζει παντού τις θέσεις εργασίας με ρυθμούς που κόβουν την ανάσα. Δεν υπάρχει κάποιος πιθανός τρόπος για να αντισταθμιστεί αυτή η δυναμική με τη δημιουργία καινούργιων καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας σε επαρκείς αριθμούς.

Το δυτικό σύστημα βρίσκεται στη δίνη μιας βαθιάς οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Και, προφανώς, οι δυτικοί ηγέτες βλέπουν στην εκμετάλλευση της ανατολής το μόνο μεγάλης κλίμακας σχέδιο διαθέσιμο που μπορεί να κινητοποιήσει την ανάπτυξη, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη.

 
Γι’ αυτό το λόγο είναι προετοιμασμένοι να ρισκάρουν αρκετά. Το ερώτημα είναι: ο κόσμος θα αποδεχτεί τους κινδύνους μιας σύγκρουσης ανατολής-δύσης και έναν πυρηνικό πόλεμο με στόχο να εξασφαλίσει σε μια περιοχή οικονομικές διευθετήσεις που ήδη καταρρέουν αλλού;

* Ο Sean Gervasi ήταν Αμερικανός οικονομολόγος, πολιτικός αναλυτής και αγωνιστής. Δίδαξε στο Καίμπριτζ, την Οξφόρδη, την London School of Economics, το Πανεπιστήμιο των Παρισίων κλπ. Συμμετείχε στην δημιουργία του βρετανικού κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Εργάστηκε σε διάφορες επιτροπές του ΟΗΕ και αποκάλυψε τις σχέσεις των Αμερικανών εμπόρων όπλων με το Νοτιοαφρικανικό καθεστώς του Απαρτχάϊντ. Δούλεψε στην Ζιμπάμπουε, την Μοζαμβίκη, την Ζάμπια και με τα απελευθερωτικά κινήματα της Αγκόλα και την Νότιας Αφρικής.

Υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον ΟΗΕ κατά την διάρκεια της προεδρίας Ρέηγκαν και άρχισε να μελετά την διαδικασία αποσταθεροποίησης της Ανατολικής Ευρώπης και της ΕΣΣΔ. Μετά το 1992 ήταν ερευνητής καθηγητής στο Ινστιτούτο Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομίας του Βελιγραδίου, όπου και πέθανε το 1996, ενώ δούλευε για να αποκαλύψει τα Αμερικανογερμανικά σχέδια για την επαναποικιοποίηση της περιοχής.