Αυτο-οργάνωση ή Αυτοδιοίκηση;

Οι οικονομικές κρίσεις και ιδιαίτερα αυτές των οποίων η ένταση και η ιστορική τους σημασία επιβάλλει να γράφονται με κάπα κεφαλαίο, έχουν μια έντονη αποδομητική δράση για τις κοινωνίες οι οποίες τις υφίστανται. Το «κοινωνικό συμβόλαιο», όπως συνηθίζουν να λένε οι πολιτικοί επιστήμονες τους άγραφους συμφωνημένους κανόνες που κρατάνε συνεκτικές τις κοινωνίες, καταργείται και μαζί του συμπαρασύρονται νόμοι και θεσμοί. Και όταν κοινωνικά συμβόλαια, νόμοι και θεσμοί βουλιάζουν στην κινούμενη άμμο της Κρίσης και της Ύφεσης, ο φόβος, η ανασφάλεια και η απαισιοδοξία κατατρώνε την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή, καταστρέφουν δηλαδή το ίδιο το κολλαγόνο που χτίζει τους συνδετικούς ιστούς της κοινωνίας.

 

Όταν υγεία, παιδεία, πολιτισμός, δικαιοσύνη, ασφάλεια, άμυνα, και κάθε άλλος τομέας παύουν να λειτουργούν ή τουλάχιστον παύουν να λειτουργούν όπως τους γνωρίζαμε δύο είναι οι συνηθέστεροι τρόποι αντίδρασης. Ο ένας είναι ο φόβος που οδηγεί αργά η γρήγορα είτε στον αυταρχισμό και τη βία είτε στην υποταγή σε αυτές τις δυνάμεις. Ό άλλος είναι η αντίδραση και η αντίσταση πριν ο φόβος προλάβει να τις καταστήσει αυταρχικές, βίαιες και εξ' ορισμού εξίσου βλαπτικές για το κολλαγόνο της κοινωνίας. Στην σύγχρονη αυτή Κρίση όπως την βιώνει η Ελλάδα του σήμερα υπάρχουν και οι δύο μορφές αντίδρασης. Διαφέρουν ποσοτικά και ποιοτικά αλλά συνυπάρχουν.

 

Στην εκδοχή της μη βίαιης αντίδρασης η κοινωνική αλληλεγγύη, η αυτο-οργάνωση, η προσπάθεια να αποκαθίστανται οι ζημιές και να απαλύνονται οι πληγές της Κρίσης μέσα από κοινωνική προσφορά, εθελοντική εργασία και αλληλοβοήθεια έχουν κεντρικό ρόλο. Ωστόσο η φάση αυτή της αυτο-οργάνωσης των κοινωνικών κινήσεων δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά η βρεφική ηλικία μιας κοινωνικής διεργασίας αντίδρασης και αντίστασης όχι μόνο στην Κρίση και τις επιπτώσεις της αλλά και στα αίτια και τους υπευθύνους που την γέννησαν.

 

Σε αυτό το στάδιο η κοινωνική αντίδραση πάσχει από μια κατανοητή μεν, επικίνδυνη δε βρεφική ασθένεια: αυτή του πολιτικού πρωτογονισμού. Είναι κατανοητή μεν γιατί πολιτική και πολιτικοί αντιμετωπίζονται – όχι τυχαία, όχι άδικα – εχθρικά αφού αποξενώθηκαν από την κοινωνία και ομογενοποίησαν αντιδραστικές απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές ποικιλόχρωμων αριστερο-δεξιών προελεύσεων για να την πολεμήσουν, για να τη θέσουν στο περιθώριο, για να ρουφήξουν τον ιδρώτα και το αίμα της και μαζί με αυτά το κολλαγόνο που την κράταγε ενωμένη.

 

Όμως αυτός ο πολιτικός πρωτογονισμός περισσότερο από κατανοητός είναι επικίνδυνος. Και είναι επικίνδυνος γιατί κοινωνικές κινήσεις που δεν μετουσιώνονται πολιτικά και δεν καθίστανται ισχυρά πολιτικά ρεύματα με μέθοδο, στόχευση και όραμα είναι καταδικασμένες να εκφυλιστούν και να αποτύχουν στέλνοντας με μαθηματική βεβαιότητα τον κόσμο στην βίαιη και αυταρχική εκδοχή αντίδρασης. Εξάλλου, η άκριτη άρνηση πολιτικής και πολιτικών τείνει να γίνεται κοινή αφετηρία και πολλές φορές κοινός προορισμός των δύο μορφών αντίδρασης δημιουργώντας ανεπίτρεπτες γέφυρες μεταξύ κοινωνικής αντίδρασης και τυφλής βίας.

 

Η πολιτική (και κατ' ανάγκη οι πολιτικοί) δεν ανακαλύφθηκε για να οργανώνεται η κίνηση των προμηθειών («μίζες») και να εξασφαλίζεται η αιώνια αμνηστία των οικονομικών δολοφόνων, χρηματιστών και τραπεζιτών. Η πολιτική υπάρχει για να μπορούν να οργανώνονται, να λειτουργούν και να διοικούνται οι ανθρώπινες κοινωνίες. Και, πράγματι, όταν όλα καταρρέουν γύρω και αυτό από το οποίο χαρακτηρίζονται πολιτικοί και πολιτική είναι η πτωματική ακαμψία ενός νεκρού συστήματος, η αυτο-οργάνωση είναι το απαραίτητο πρώτο βήμα. Το αμέσως επόμενο και πιο σημαντικό είναι η Αυτοδιοίκηση.

 

Στην προσπάθεια να ξαναχτίσει κανείς μια αποσαθρωμένη κοινωνία η αυτο-οργάνωση είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη ανανέωσης και προοπτικής. Αυτό μας διδάσκει η κατοχική ελληνική εμπειρία, αυτό μας διδάσκει το άγριο και βίαιο μεν αποτελεσματικό δε παράδειγμα της παλαιστινιακής Χαμάς. Η συνθήκη από αναγκαία γίνεται και ικανή μόνο όταν η αυτο-οργάνωση μετουσιωθεί και μετεξελιχθεί σε αυτοδιοίκηση με πολιτικά χαρακτηριστικά. Η συνταγή της μετεξέλιξης είναι απλή: οι αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος αντί μοχλός αποστροφής και αποδοκιμασίας να γίνονται αφετηρία οράματος και δημιουργίας.