«Τα παιδιά του καναπέ...»

Η εκδίκηση της γενιάς του περιθωρίου

Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

Άξιον Εστί, Προφητικό. Οδυσσέας Ελύτης*

 

 

Θυμάμαι την εποχή των «παχέων αγελάδων», τότε που φθηνό γερμανικό και τοξικό αμερικάνικο χρήμα πλημμύριζε υπό την μορφή χαμηλότοκων δανείων τον ευρωπαϊκό νότο, δημιουργώντας φούσκες και εικονική ανάπτυξη ενώ, ταυτόχρονα, στην Ελλάδα η πολιτική παρέδιδε τα κλειδιά της χώρας στις αγορές και την Goldman Sachs μέσω του «ανθηρού» Χρηματιστηρίου και των CDS. Τότε, η μόνιμη επωδός στις πολιτικές συζητήσεις βασιζόταν σε δύο συνθηματικές απόψεις: στην διαπίστωση για την απαξίωση της πολιτικής και στην νέα γενιά που ξοδεύει αλόγιστα το χρόνο της στις καφετέριες. Το δε επιχείρημα για τα παιδιά της καφετέριας συνοδευόταν σχεδόν πάντα από την μόνιμη κατηγορία για τους πατεράδες και τις μανάδες που θέλουν «να βάλουν το παιδί τους στο δημόσιο».

 

Η επωδός είχε μια δόση πραγματικότητας. Η πολιτική όντως απαξιώθηκε εκείνη την περίοδο, οι καφετέριες όντως γέμιζαν με νέους και νέες και φυσικά όλα τα βουλευτικά γραφεία ήταν γεμάτα με «πελάτες» που ανησυχούσαν για το μέλλον των παιδιών τους και απευθύνονταν στον «μεγάλο εργοδότη», σύμφωνα με τους κανόνες που τους είχε επιβάλει και συστηματικά διδάξει με Παβλοφικές μεθόδους το πολιτικό κατεστημένο. Ωστόσο, παρά την δόση πραγματικότητας, όλη αυτή η επιχειρηματολογία ήταν μια συνωμοτική μπουρδολογία που στόχο είχε να συγκαλύψει δύο παράλληλα φαινόμενα που συντελέστηκαν εκείνη την περίοδο: από το 2000 και μετά η ελληνική κοινωνία έκανε μια απότομη συντηρητική στροφή και την ίδια περίοδο, το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο εκχώρησε τις αποφάσεις για την τύχη της χώρας στις αγορές, μέσω της ΟΝΕ και των τυχοδιωκτικών κόλπων για την απόκρυψη του χρέους. Αν και τα δύο αυτά φαινόμενα χρήζουν μεγάλης κουβέντας γιατί επ' αυτών ακόμα αναζητείται η Κάθαρση, αξίζει να επιμείνει κανείς στην σαθρότητα της μπουρδολογίας που χρησιμοποιήθηκε για να τα συγκαλύψει.

 

Όταν μελετάει κανείς τα ανθρώπινα φαινόμενα, σε αντίθεση με τα φυσικά, μπορεί ταυτόχρονα να ισχύουν περισσότερες από μία αλήθειες, ακόμα και αντικρουόμενες. Οι αλήθειες αυτές δεν είναι απόλυτες, δεν ισχύουν για το σύνολο του πληθυσμού, ισχύουν «στατιστικά» όπως λένε οι επιστήμονες. Καμία αλήθεια, ακόμα και αν είναι στατιστικά υπέρτερη των άλλων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει το σύνολο. Έτσι, για παράδειγμα, σε μια περιοχή που έχουμε 60% εργαζόμενους, 35% άνεργους και 5% τεμπέληδες δεν λέμε ότι η περιοχή είναι μια περιοχή εργαζομένων και πολύ περισσότερο δεν λέμε ότι είναι μια περιοχή τεμπέληδων. Ωστόσο ακριβώς αυτό έπρατταν – στην πλειοψηφία τους συνειδητά – όσοι μονότονα επαναλάμβαναν το παραπάνω τροπάριο.

 

Μπορεί τα βουλευτικά γραφεία να γέμιζαν με ψηφοφόρους που ήθελαν «να τακτοποιήσουν τα παιδιά τους στο Δημόσιο» αλλά αν μελετήσει κανείς τα στατιστικά εκείνης της περιόδου οι βουλευτές μας δεν έκαναν καλή δουλειά για τους «πελάτες» τους όπως δεν έκαναν καλή δουλειά και σε σχέση με την γενικότερη αποστολή τους. Στην περίοδο 2002-2006 ο μέσος όρος των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, το τι ξοδεύει το Κράτος, ποσό μέσα στο οποίο είναι και οι μισθοί για τα παιδιά των «πελατών», αποτελούσε το 44% του ελληνικού Α.Ε.Π. Την ίδια ώρα η Γαλλία δαπανούσε το 53,2%, η Γερμανία το 47,2% και ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν στο 47,5%. Με άλλα λόγια το Ελληνικό Κράτος δαπανούσε αναλογικά πολύ λιγότερα χρήματα. Λένε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών ήταν μισθοί ενώ κάτι αδιευκρίνιστα ποσά – λένε – πήγαιναν για μίζες. Από την άλλη πλευρά, ο μέσος όρος εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης ήταν 39% για την Ελλάδα, 50% για την Γαλλία, 43,9% για την Γερμανία και 45% για την Ευρωζώνη. Επομένως το «έγκλημα» της ελληνικής πολιτικής ελίτ δεν ήταν ότι διόριζε αναλογικά περισσότερο κόσμο (τα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν τον μύθο), το βασικό «έγκλημα» ήταν ότι αυτό το έκανε με τέτοιο τρόπο που δεν οδηγούσε σε εξίσου αποτελεσματικό δημόσιο τομέα: τα ελλείμματα της Ελλάδας ήταν μεγαλύτερα των άλλων χωρών όπου βάση των στατιστικών στοιχείων δαπανούσαν αναλογικά περισσότερα χρήματα για το δημόσιο τομέα.

 

Μπορεί, επίσης, να γέμιζαν οι καφετέριες (είμαι και εγώ ένας καφεϊνομανής και φανατικός λάτρης και υμνητής της ελληνικής συντροφικότητας του καφέ) αλλά την ίδια περίοδο γέμιζαν (εξίσου ή περισσότερο ασφυκτικά) με νέους και νέες, οι σχολές, τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και τα ερευνητικά εργαστήρια. Και ενώ δεν γνωρίζω παραδείγματα εξαγωγής καφενόβιων και μπαρόβιων λόγω πληρότητας των εγχώριων μαγαζιών, γνωρίζω πολλά παραδείγματα (και στατιστικές) για τους νέους Έλληνες και τις νέες Ελληνίδες που γέμιζαν τις σχολές, τα μεταπτυχιακά προγράμματα και τα ερευνητικά εργαστήρια στη Αγγλία, την Ευρώπη, την Αμερική και τα Βαλκάνια. Και αυτές τις σπουδές τις χρηματοδοτούσαν με τον ιδρώτα, το αίμα και την αγωνία της ψυχής τους οι ίδιοι άνθρωποι που κάποια στιγμή θα αναγκάζονταν ταπεινωμένοι και με σκυφτό το κεφάλι να προσφέρουν τα πτυχία, τα μάστερ και τα διδακτορικά των μεγάλων Ελληνικών και ξένων Πανεπιστημίων που απέκτησαν τα παιδιά τους, μαζί με τις 3-4 ψήφους της οικογένειας στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, στον μόνο «εργοδότη» που θα μπορούσαν να απευθυνθούν προκειμένου να αποδώσει ο κοινός οικογενειακός αγώνας. Και, μιλώντας πάντα «στατιστικά», αυτός ήταν για πολλούς μονόδρομος αφού οι χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης – για το όποιο τέλος πάντων μοντέλο ανάπτυξης είχε επιλεγεί – γινόντουσαν βίλες υπουργών και όχι καινοτόμες επιχειρήσεις ή έστω υποδειγματικές κρατικές υπηρεσίες για να υποδεχτούν όλον αυτό τον νέο κόσμο με όρεξη για δουλειά. Με αυτό τον τρόπο, όσο η προπαγάνδα περί καφετέριας μεσουρανούσε χτίστηκε σιωπηλά μια πραγματικότητα για την οποία το Κράτος έκανε ότι μπορούσε για να μην έχει ουσιαστική συμμετοχή: αποκτήσαμε την πιο μορφωμένη νέα γενιά που είχε ποτέ στην ιστορία της αυτή η χώρα. Η σημερινή ηλικιακή ομάδα των 25-45, η χαρά μέχρι πρότινος του διαφημιστή και των πολιτικών εκλογομαγείρων, είναι πραγματικά – και με κάθε στατιστικό μέτρο – η πιο μορφωμένη γενιά της χώρας. Και το επιχείρημα περί «αγράμματων» πτυχιούχων απλά επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι συνειδητά και ενεργά το ελληνικό κράτος προσπάθησε και κατάφερε να μην συνεισφέρει σημαντικά σε αυτή την πραγματικότητα. Αντίθετα η ελληνική οικογένεια υπέστη και πλήρωσε αδιαμαρτύρητα όλα τα χαράτσια μορφωτικής υποβάθμισης και υποτέλειας που επιβλήθηκαν και το κράτος ανέθεσε σε Φροντιστήρια, Ι.Ε.Κ., Κολέγια, Ινστιτούτα και Ιδιωτικά Πανεπιστήμια να εισπράξουν.

 

Μπορεί επίσης να απαξιώθηκε η πολιτική την εποχή που το να ανοίξεις ένα καφέ-μπαρ ήταν αρκετό για να ζήσεις μια οικογένεια ή ακόμα και για να κάνεις λεφτά, αλλά δεν ήταν τα παιδιά της καφετέριας που έφταιγαν για αυτό αν και δολίως τους αποδόθηκε: «οι νέοι απαξιώνουν την πολιτική». Ήταν η ίδια η πολιτική που μεθοδικά προετοίμασε την απαξίωση της με δύο βασικούς τρόπους: παρέδωσε τα κλειδιά της χώρας στους τραπεζίτες και τις εταιρίες (έναντι οικοσκευών Siemens και αρκετών μετρητών) ενώ παράλληλα προσπάθησε με κάθε τρόπο να περιθωριοποιήσει την νέα γενιά. Της υποβάθμισε την παιδεία σπρώχνοντας την στο εξωτερικό. Όταν αυτή γύρισε με περγαμηνές γνώσης την ταπείνωσε βάζοντας την στην ουρά στον προθάλαμο του βουλευτικού γραφείου. Όταν αυτή μη βρίσκοντας – «στατιστικά» πάντα μιλάμε – ελπίδα στον δημόσιο τομέα κατέφυγε στον ιδιωτικό, η πολιτική ελίτ φρόντισε, νοθεύοντας κάθε έννοια αξιοκρατίας, ανταγωνισμού και δικαιοσύνης, να χρηματοδοτήσει, να προστατεύσει και να προωθήσει επιχειρήσεις και συμφέροντα ή να υποταχθεί σε αυτά. Οι έννοιες «εργατικά δικαιώματα» και «ωράριο» ήταν διασκεδαστικά ανέκδοτα πολλά χρόνια πριν γνωρίσουμε τι σημαίνουν τα αρχικά Δ.Ν.Τ. Η ανεργία των νέων δεν μας ήρθε με το Μνημόνιο, προϋπήρχε πολύ πριν την Τρόικα. Τέλος, όταν αυτή η νέα γενιά θα μπορούσε να εκφράσει την αποδοκιμασία της μέσω της πολιτικής, φρόντισε η πολιτική ελίτ να κάνει το περιβάλλον τόσο δύσοσμο που η εργασία σε υπόνομο να φαντάζει προτιμότερη από την ενασχόληση με τα κοινά.

 

Θυμάμαι χρόνια πριν, μεγαλόσχημο – πλέον – πολιτικό παράγοντα της τοπικής μας κοινωνίας να εγκαλεί εμένα και την γενιά μου γιατί δεν ασχολούμαστε με την πολιτική. Με περισσή αγένεια, που βγαίνει μόνο όταν το ποτήρι της οργής ξεχειλίζει, του απάντησα ότι η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι ασπρομάλληδες σαν τον ίδιο έχουν στρογγυλοκαθίσει στις καρέκλες της εξουσίας και έχουν απλώσει τους αγκώνες για να μην χωράει η δική μου γενιά. Το αστείο στην υπόθεση είναι ότι χρόνια μετά αυτό το μίνι θερμό επεισόδιο στο σαλόνι του σπιτιού μου, δεν φρόντισε να στείλει ένα δικό του παιδί να ασχοληθεί με τα κοινά, όπως τότε με συμβούλευε, αλλά στρογγυλοκάθισε στις καρέκλες της εξουσίας, απλώνοντας τους αγκώνες και καθιστώντας εαυτόν μεγαλόσχημο πολιτικό παράγοντα της τοπικής κοινωνίας. Φυσικά η τότε αντίδραση μου φαντάζει σαν να προερχόταν από ερυθριάζουσα παρθένα αν αναλογιστεί κανείς ότι η ίδια ουσιαστικά προσβολή και αιτία ξεχείλισε από οργή τις καρδιές των νέων που βγήκαν στους δρόμους να διαμαρτυρηθούν για την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Εκείνη η γενιά, που αισίως είχε μετονομαστεί σε «γενιά του καναπέ», βγήκε στους δρόμους με οργή και αγανάκτηση γιατί η δολοφονία ενός πιτσιρικά της θύμισε ότι και της ίδιας δεν της είχαν αφήσει πολύ ζωή μέσα της και καθόλου ζωή μπροστά της. Την είχαν στο περιθώριο, της είχαν σκοτώσει όνειρα και ελπίδες, την είχαν δολοφονήσει.

 

Με όλα αυτά, φτάσαμε να ζούμε μια πραγματικότητα που στοιχειώνει το παρόν και υπονομεύει το μέλλον όλων μας. Η πιο μορφωμένη γενιά στην ιστορία της χώρας είναι ταυτόχρονα και η πιο περιθωριοποιημένη που υπήρξε ποτέ. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία μας η ηλικιακή ομάδα των 25-45 δεν υπήρξε τόσο στο περιθώριο – τόσο εκδιωγμένη και εξορισμένη από την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Οι μισοί νέοι είναι άνεργοι ενώ οι άλλοι μισοί είτε αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής – ακόμα και στο στοιχειώδες βήμα της δημιουργίας οικογένειας – είτε αν καταφέρνουν να εξελιχθούν και να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά αυτό καλούνται να το πράξουν υπό την αυστηρή προϋπόθεση  της σιωπής, του συμβιβασμού και της αποδοχής ενός κοινωνικοπολιτικού και οικονομικού συστήματος που έχει εδώ και χρόνια αρχίσει να σέπεται αρνούμενο να αποδεχτεί το θάνατο του και μια αξιοπρεπή ταφή.

 

Μέχρι πρόσφατα αυτό το βαθύ πολιτικό και κοινωνικό ρήγμα δεν φαινόταν πουθενά, δεν εκφραζόταν, δεν εμφανιζόταν παρά μόνο στα μάτια των μυημένων στα μυστικά των κοινωνικών διεργασιών και τις μετρήσεις των ειδημόνων της κοινωνικοπολιτικής έρευνας. Η από το 2000 και μετά, βαθύτατα συντηρητική ελληνική κοινωνία είχε σταδιακά πνίξει στην ανεργία, την απογοήτευση και στη σιωπή την νέα γενιά της. Ο Δεκέμβρης του 2008 ήταν μια εμφανής εκδήλωση του ρήγματος αλλά, ως αυθόρμητη και ανακλαστική αντίδραση, δεν μετουσιώθηκε πολιτικά, την ακολούθησε βαθιά σιωπή.

 

Στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012 αυτό το βαθύ ρήγμα και η νέα γενιά της χώρας έκαναν και πάλι αισθητή την παρουσία τους. Το εκλογικό σώμα χωρίστηκε στα δύο. Κατά τους εκλογοτεχνίτες, οι άνω των 50 ψήφισαν πιο κοντά στο παλιό δικομματικό μοντέλο, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μετά από δύο μνημόνια, μία χρεοκοπία (έτσι λέγεται το PSI χωρίς ευφημισμούς) και με την ύφεση και την ανεργία – κυρίως των νέων – να χτυπάει κόκκινο. Λένε, οι εκλογοτεχνίτες και οι καταγραφείς της κοινής γνώμης, ότι οι συνταξιούχοι και βολεμένοι της ζωής ψήφισαν με κριτήριο το φόβο: το φόβο για να μην χάσουν την σύνταξη και τον φόβο για να είναι αυτή η σύνταξη σε Ευρώ. Αντίθετα η νέα γενιά εκφράστηκε διαφορετικά γυρίζοντας την πλάτη της στα κόμματα που θεώρησε υπεύθυνα. Και ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε τους νέους που δεν έφτασαν μέχρι την κάλπη θεωρώντας – όχι άδικα – προεξοφλημένο το αποτέλεσμα και δεδομένη την ήττα και την απογοήτευση.

 

Στο αδιέξοδο που γέννησαν σχεδόν σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης και οι δύο πρόσφατες συνεχόμενες πολιτικές αναμετρήσεις η νέα γενιά δεν φαίνεται να στέκεται πλέον το ίδιο απαθής και βουβή όσο ήταν πριν. Δεν γνωρίζω αν το καταγράφουν οι ειδικοί της διαρκούς τηλε-εκμαίευσης εκλογικών προτιμήσεων, ούτε αν το έχουν συνειδητοποιήσει οι κατασκευαστές εκβιαστικών συναινέσεων, τα τοπικά και τα έκτοπα όργανα, τα κρατικά και τα παρακρατικά κέντρα εξουσίας. Αυτό που διαισθάνομαι, αυτό που θολά ακόμα βλέπω και αυτό που αργά αλλά σταθερά διαφαίνεται είναι μια νέα γενιά που ξυπνάει από την σιωπή, την απογοήτευση και την ανεργία που την έχουν καταδικάσει. Είναι μια γενιά που η σιωπή της βρυχάται εκκωφαντικά. Ξεσκονίζει και γυαλίζει τα όπλα της και ετοιμάζεται, αποφασισμένη για την μεγάλη αναμέτρηση. Απέναντι σε παλιούς και νεοφώτιστους προστάτες θα παλέψει με όπλο τα χέρια της, τις γνώσεις της, το πάθος για ζωή. Θα πάρει πίσω τα όνειρα που της έκλεψαν ξεχύνοντας την οργή της πάνω σε όποιον τολμήσει για μία ακόμα φορά να την αγνοήσει και να την βάλει στο περιθώριο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

 

Δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το αποτέλεσμα αυτών των βουβών διεργασιών που εξελίσσονται με σταθερό βηματισμό μέσα στην κοινωνία, μόνο ο χρόνος θα δείξει. Ωστόσο, αυτός ο τόπος δεν στερείται από παραδείγματα όπου η νέα γενιά του αγωνίστηκε και μάτωσε για τα όνειρα της. Ελπίζω μόνο αυτή την φορά να μην είναι η καθεστωτική γεροντοκρατία αυτή που θα την σπρώξει σε ένα τέτοιο δρόμο. Σε καθέναν από όλους αυτούς με τα άσπρα μαλλιά και τις μαύρες ιδέες που τόσα χρόνια λοιδορούσαν την νέα γενιά ενώ βρίσκονται ή επιδιώκουν να βρεθούν στις καρέκλες της εξουσίας με απλωμένους τους αγκώνες, ένα μόνο είναι το μήνυμα: Φοβού τα παιδιά του καναπέ. Είναι μορφωμένα, έχουν πάθος για να πάρουν πίσω τη ζωή που τους στέρησαν και προπάντων είναι – λόγω του καναπέ – πολύ ξεκούραστα. Αν βγουν έξω δύσκολα θα ξανακαθήσουν στα σαλόνια της απογοήτευσης. Και τότε «θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων».

 

 

* ΥΓ.: Αυτή η χώρα ευτύχησε, εκτός από μια περήφανη πάντα νεολαία, να έχει και μεγάλους ποιητές που την λάτρεψαν, την ερωτεύτηκαν και την ύμνησαν. Ο Εξόριστος Ποιητής κατάφερε να δει στον αιώνα του το δικό μας μέλλον. Για την δύναμη του κειμένου και τη δύναμη της προφητείας, παραθέτω το πλήρες απόσπασμα:

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ΄ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ΄χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας.

Και θα ΄ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ΄ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν΄ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη.

Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

Άξιον Εστί, Προφητικό. Οδυσσέας Ελύτης

 

Πηγές:
1. Β.Θ. Ράπανος, Μέγεθος και εύρος δραστηριοτήτων του Δημόσιου Τομέα, ΙΟΒΕ, Κείμενο Εργασίας, Νοέμβριος 2009. Λήψη: 31-3-2012. Σύνδεσμος: http://www.iobe.gr/media/delttyp/keimerg1.pdf
2. Tracy Alloway, Goldman’s Trojan currency swap, FT Alphaville – Financial Times, 9-2-2010.
http://ftalphaville.ft.com/2010/02/09/145201/goldmans-trojan-greek-curre...
3. Beat Balzli, Greek Debt Crisis: How Goldman Sachs Helped Greece to Mask its True Debt, Spiegel Online International, 8-2-2010.
http://www.spiegel.de/international/europe/greek-debt-crisis-how-goldman...
4. Metron Analysis, Exit Poll Βουλευτικών Εκλογών 6/5/2012.
http://www.metronanalysis.gr/gr/polls/ziped/pub1651_expol.pdf
5. Υπουργείο Εσωτερικών, Αποτελέσματα Βουλευτικών Εκλογών 2012. http://ekloges.ypes.gr
6. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, Λήμμα «Κλασική εξάρτηση»,
http://el.wikipedia.org/wiki/Κλασική_εξάρτηση
7. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, Λήμμα «Ιβάν Πάβλοφ»,
http://el.wikipedia.org/wiki/Ιβάν_Πάβλοφ